A’ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ

Henri L. Rossier

A’ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ
Μετάφραση: Χ. Λεονάρδου

 

© Εκδόσεις Χριστιανών Αδελφών, Γραβιάς 9-13 ΑΘΗΝΑ 106 78, Τηλ. 210/3821381 – 210/4621581

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση όλου ή μέρους του βιβλίου, και κάθε είδους εκμετάλλευση χωρίς την γραπτή άδεια των εκδοτών. Αυτό το βιβλίο δεν προορίζεται προς πώληση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

    Πριν να επιχειρήσουμε μια λεπτομερή μελέτη πάνω σ’ αυτή την επιστολή, μας φαίνεται χρήσιμο να υπενθυμί­σουμε με λίγα λόγια, τι είναι η Εκκλησία (η συνάθροιση των πιστών) όπως μας την παρουσιάζει η επιστολή προς Εφεσίους, καθώς και μερικές άλλες περικοπές, και τι είναι αυτή η Εκκλησία στις τρεις επιστολές: Α’, Β’ Τιμόθεον και Τίτον, που ονομάζονται λιγότερο ή περισσότερο δικαιολο­γημένα, οι «Ποιμαντικές Επιστολές».

     Η επιστολή προς Εφεσίους μας παρουσιάζει την Εκ­κλησία κάτω απ’ όλες τις όψεις της, εκτός από μια· οι τρεις που προαναφέραμε επιστολές (Α’, Β’ Τιμ. και Τίτον) κάτω απ’ την όψη η οποία λείπει απ’ την επιστολή προς Εφεσί­ους. Να πώς μας παρουσιάζεται η Εκκλησία στην επι­στο-λή προς Εφεσίους:

     1ον. Αυτή είναι πριν απ’ όλα, το Σώμα του Χριστού πάνω στη γη (α’ 23), το οποίο αποτελείται απ’ όλους τους ζώντες πιστούς που σχηματίζουν μια ενότητα. Αυτή η ενότητα αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ Ιουδαίων και Εθνικών και σχηματίζει ένα σύνολο άρρηκτα συνδεδε­μένο, δια του Αγίου Πνεύματος, με τον Χριστό, ένδοξη Κεφαλή του σώματός Του, στον ουρανό. Αυτό είναι ένα «μυστήριο», το οποίο μας αποκάλυψε ο Θεός μόνο δια του αποστόλου Παύλου. Ο «οικονόμος» του μυστηρίου της Εκκλησίας είναι ο απόστολος Παύλος. Παρά την πα­ρούσα κατάπτωση της Εκκλησίας μπορούμε ακόμα κι αν είμαστε δύο ή τρεις, να εκδηλώνουμε αυτήν την ενότητα στην Τράπεζα του Κυρίου, σύμφωνα με την Α’ επιστολή προς Κορινθίους, ύψιστο προνόμιο γι’ αυτούς που έχουν καταλάβει τη ση­μασία της ενότητος!

     2ον. Η Εκκλησία είναι η Νύμφη του Χριστού (ε’ 24-27). Ο Κύριος ασχολείται μ’ αυτήν για να την καθαρίζει δια του Λόγου, κατά την πορεία της εδώ κάτω, πριν να την καλέ­σει κοντά Του στη δόξα. Εδώ κάτω ακόμα, παρά την κα­τάπτωση της Εκκλησίας, οποιοσδήποτε πραγματοποιεί, σαν μια παρούσα πραγματικότητα την χωρίς όρια αγάπη του Χριστού, ότι Αυτός παρέδωσε τον Εαυτό Του για την Νύμφη Του, θα καταλάβει στις πιο λεπτές χορδές της καρδιάς του, ότι αποτελεί μέρος της και θα χαίρεται γι’ αυτό επειδή θα είναι μια βαθιά πραγματικότητα η οποία απευθύνεται στα αισθήματά Του. Θ’ αναφωνεί μαζί με την Νύμφη, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που τον ζωο­γονεί: «Έρχου Κύριε Ιησού»! (Αποκαλ. κβ’ 17).

     3ον. Η Εκκλησία είναι ένας ναός άγιος που ο Κύριος ο Ίδιος οικοδομεί πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και προφητών και του οποίου ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, ένα οικοδόμημα που μεγαλώνει μέχρι ο θείος του αρχιτέκτονας να προσθέσει σ’ αυτό και την τε­λευταία πέτρα. Έτσι οικοδομημένη απ’ Αυτόν, αυτή η οικία του Θεού είναι ένα τέλειο οικοδόμημα, (Εφεσίους β’ 19-21). Η ίδια αλήθεια μας παρουσιάζεται στο Ματθαίου ις’ 16-18. Πάνω στην ομολογία του Χριστού ο Οποίος δια της αναστάσεώς Του, ομολογείται Υιός του Θεού του ζώντος είναι που ο Κύριος οικοδομεί την Εκκλησία Του. Ο Πέτρος είναι ένας απ’ τους λίθους αυτού του οικοδομήματος ενα­ντίον του οποίου οι πόρτες του Άδου δεν μπορούν να κά­νουν τίποτα. Εδώ ολόκληρο το έργο εξαρτάται από το Χριστό και μόνο, κι’ αυτός ο Σατανάς είναι ανίσχυρος να το καταστρέψει. Στην Α’ Πέτρου β’ 5 βρίσκουμε κάτι ανά­λογο. Ο Χριστός είναι εκεί ο ζωντανός λίθος τον οποίο απέρριψαν οι άνθρωποι αλλά εκλεκτός και πολύτιμος στα μάτια του Θεού. Εμείς Τον πλησιάζουμε σαν ζωντανοί λί­θοι και οικοδομούμεθα πάνω σ’ Αυτόν  σαν ένας πνευματικός οίκος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχουν όργανα για να φέρουν αυτούς τους λίθους, αλλ’ εδώ ο Λόγος κά­νοντας αφαίρεση κάθε ανθρωπίνου οργάνου μας δείχνει ότι το οικοδόμημα δεν αποτελείται παρά μόνο από ζωντα­νούς λίθους.

     4ον. Οικοδομούμεθα μαζί εν Χριστώ για να είμαστε κα­τοικητήριον του Θεού διά του Πνεύματος (Εφεσίους β’ 22). Υπάρχει λοιπόν σ’ αυτόν τον κόσμο κάτι, σαν ένας τόπος, όπου ο Θεός ο Ίδιος κατοικεί δια του Πνεύματός Του. Και πάλι εδώ τίποτα δεν αφήνεται στην ευθύνη του ανθρώπου. Δεν οικοδομεί αυτός, είναι ο Θεός που θέλει να έχει μία κατοικία εδώ κάτω. Αυτό το μεγάλο γεγονός πραγματοποιήθηκε με την έλευση του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή και συμπληρώθηκε με την εισαγωγή των Εθνικών στη Χριστιανική Εκκλησία.

     Αυτές είναι οι διάφορες όψεις που έχουμε μέχρι εδώ για την Εκκλησία. Ο Θεός ο Ίδιος κάνει το έργο και δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτού που αποτελεί το σώμα, τη Νύμφη, το οικοδόμημα ή την οικία. Όλα, από τον καιρό που σχηματίστηκαν, αποτελούνται από τα ίδια στοιχεία. Το έργο που τα ενώνει σε ένα είναι τέλειο γιατί είναι θείο.

     Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι ο Θεός εμπιστεύεται την οικοδόμηση του οίκου Του εδώ κάτω στην ευθύνη εκεί­νων οι οποίοι  αποτελούν μέλη του οίκου Του. Έτσι το έργο του ανθρώπου μπαίνει τότε εκεί εν μέρει κι’ αυτό εί­ναι που μας παρουσιάζει κατά ένα φανερό τρόπο το τρίτο κεφάλαιο της πρώτης επιστολής προς Κορινθίους. Ο Παύλος είχε θέσει, σαν ένας σοφός αρχιτέκτονας, το θε­μέλιο που είναι ο Χριστός, και κανένας δεν μπορεί να θέ­σει άλλο θεμέλιο απ’ αυτό. Ο καθένας έπρεπε να βλέπει πώς θα οικοδομούσε πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο. Ο Θεός είχε απ’ αρχής κάμει, όπως σε κάθε δημιουργία, τα πάντα πάρα πολύ καλά, αλλά έρχεται η στιγμή όπου εμπιστεύε­ται το έργο Του στον άνθρωπο. Πώς αυτός ο τελευταίος θα επιτελέσει το έργο του; Οτιδήποτε κι αν ήταν δυνατόν να συμβεί, ο Θεός συνεχίζει το έργο Του και θα το τελειώ­σει. Αλλ’ αυτό εμπιστευμένο στον άνθρωπο, αποδεικνύει ότι, εάν μερικοί εργάτες είναι καλοί εργάτες, κάνοντας καλό έργο, άλλοι δυστυχώς αν και είναι καλοί εργάτες κά­νουν κακό έργο και τέλος μια τρίτη τάξη αποτελείται από κακούς εργάτες οι οποίοι διαφθείρουν και καταστρέφουν το ναό του Θεού.

     Το έργο των εργατών μπορεί να εμπεριέχει την εισα­γωγή καλών ή κακών προσώπων, καλών ή κακών διδα­σκαλιών. Είναι όμως πάντοτε αλήθεια ότι, ακόμα κι αν το δούμε κάτω απ’ αυτήν την όψη, το οικοδόμημα παραμένει ο ναός του Θεού, ο οίκος του Θεού. Το ίδιο συνέβαινε με το ναό της Ιερουσαλήμ όταν ο Κύριος έλεγε: «Είναι γε­γραμμένον, ο οίκος μου είναι οίκος προσευχής, σείς δέ εκάμετε αυτόν σπήλαιον ληστών» (Λουκά ιθ’ 46). Παρ’ όλα αυτά αυτός δεν έπαυε να ονομάζεται ο οίκος του Θεού. Αυτός ο οίκος είναι στο βάθος πάντοτε το έργον του Χριστού: παρά τα ακάθαρτα στοιχεία που ο άνθρωπος εισήγαγε σ’ αυτόν, παρά τα κακά υλικά που τον ασχημί­ζουν, το θεμέλιό του έχει τεθεί «από ένα σοφό αρχιτέ­κτονα», τον απόστολο Παύλο ο οποίος δεν απέτυχε στην προσπάθειά του. Έτσι όποια κι αν είναι η διαφθορά αυτό το οικοδόμημα θα υπάρχει τόσο καιρό όσο ο Θεός θα κα­τοικεί εκεί δια του Πνεύματός Του. Θα έρθει όμως μια στιγμή που αυτό το οικοδόμημα δεν θα περιέχει πλέον καλά υλικά, όταν το Πνεύμα το Αγιο θ’ ανέβει στον ουρανό μαζί με την Νύμφη και ο Κύριος θα το εξεμέσει εκ του στό-μα­τός Του, σαν ένα πράγμα αηδιαστικό, που έφερε μόνο το όνομά Του.

     Εν τούτοις ας μην ξεχνάμε ότι ανήκοντας στον οίκο του Θεού, ακόμα και ένοχο οίκο, εδώ κάτω, είναι ένα υψηλό προνόμιο. Οποιαδήποτε κι αν είναι η ηθική κατάσταση αυτού του οίκου εδώ κάτω παραμένει ένας «τόπος» όπου ο Θεός κατοικεί δια του Πνεύματός Του. Δεν βρί­σκουμε παντού μέσα στον κόσμο αυτό τον τόπο, ο Θεός δεν κατοικεί δια του Πνεύματος Του ούτε στο Μωαμεθανι­σμό ούτε ακόμα στον Ιουδαϊσμό. Μόνο στον τόπο εκείνο που συναντά κανείς τη ζωή ενωμένη με τη Χριστιανική δι­δασκαλία. Όμως αλίμονο! Η Χριστιανική διδασκαλία χωρίς τη ζωή γίνεται αιτία καταδίκης σ’ όσους δεν είναι παρά μόνο κατ’ όνομα Χριστιανοί. Εκεί εξ’ άλλου δεν βρί­σκουμε το Πνεύμα και τις διάφορες εκδηλώσεις Του, την αλήθεια, τον εμπνευσμένο Λόγο, το Ευαγγέλιο της σωτη­ρίας, την μαρ­τυρία. Διαχωρίζοντας την ομολογία από τη ζωή, ο Σατα­νάς έκανε ένα έργο καταστροφικό. Αυτό το ολέθριο έργο, βασισμένο στην κοσμικότητα που μπήκε στην Εκκλησία και συνοδεύτηκε από ψευδείς διδασκαλίες και νομικισμό, άρχισε από πολύ νωρίς, από τους καιρούς των αποστό­λων, όπως βλέπουμε στις επιστολές και στις Πράξεις. Μήπως δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτά τα πράγ­ματα αναγγέλθηκαν στους πρεσβυτέρους της Εφέσου, Εκκλη­σία που οι πιο υψηλές αλήθειες του Χριστιανισμού είχαν αναγγελθεί και εκτιμηθεί (Πράξεις κ’ 29-30) κι’ ότι στην Έφεσο ακόμα ο Τιμόθεος όφειλε να τις καταδικάσει; (Α’ Τιμ. α’ 3). Στη Β’ Τιμόθεον, το κακό προόδευε, ο οίκος του Θεού είχε γίνει ένας μεγάλος οίκος που περιελάμβανε σκεύη προς ατιμία απ’ τα οποία έπρεπε να καθαρισθούν, διότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να εξέλθει απ’ αυτό τον οίκο.

     Πάνω λοιπόν στο ζήτημα του υπεύθυνου οίκου του Θεού μας εισαγάγουν οι δύο επιστολές προς Τιμό­θεον και αυτή προς Τίτον. Μόνο στην πρώτη επιστολή προς Τιμό-θεον βρίσκουμε ακόμα τον οίκο του Θεού, σαν «Εκκλη-σία του Θεού του ζώντος, στύλον και εδραί­ωμα της αληθείας»: τους Χριστιανούς υπεύθυνους για την τάξη της και τη λειτουργία της, το κακό να υπάρχει και ν’ αναζητά να υπερισχύσει μέσα στην Εκκλησία: πρόχωμα που τέθηκε από το Άγιο Πνεύμα κατά της διαφθοράς της με τη δραστηριότητα του πιστού Τιμόθεου, που επέλεξε ο απόστολος. Στη Β’ Τιμόθεον βρίσκουμε μια μεγάλη οικία μ’ ένα συνονθύλευμα βαθύτατα λυπηρό με σκεύη προς τι­μήν και ατιμίαν, αλλά συγχρόνως, πράγμα πολύ παρηγο-ρητικό, μ’ ένα δρόμο αποκαλυμμένο για τις σημερινές ημέρες μας, ημέρες αθεράπευτης κατάπτωσης, ανάμεσα σ’ αυτά τα ερείπια, ένα δρόμο  στον οποίο ο Κύριος μπο­ρεί να δοξάζεται από τους πιστούς Του όπως και στις πιο ωραίες ημέρες της οικοδόμησης του οίκου του Θεού.

     Είναι φανερόν ότι οι επιστολές προς Τιμόθεον δεν μας μεταφέρουν, όπως η προς Εφεσίους στα ουράνια. Εδώ πρόκειται για μια μαρτυρία που δίνεται σ’ αυτή τη γη για τον Κύριο και χαρακτηρίζεται από την τάξη και την πει­θαρχία σύμφωνα με το Θεό, τάξη που οι άγγελοι καλού­ν-ται να θαυμάζουν, εις τρόπον ώστε να φαίνεται ο αόρα­τος Θεός στην Εκκλησία εκείνων τους οποίους Αυτός έσωσε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

Εδάφια 1-2. – Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού, κατ’ επιταγήν Θεού του σωτήρος ημών, και Κυρίου Ιησού Χρι­στού, της ελπίδος ημών, προς Τιμόθεον το γνή­σιον τέκνον εις την πίστην, είη χάρις, έλεος, ειρήνη από Θεού Πατρός ημών, και Χριστού Ιησού του Κυ­ρίου ημών !

     Τα εδάφια που μόλις αναφέραμε αρχίζουν να βάζουν τις μόνες βάσεις σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος έρ­χεται σε σχέση με το Θεό κι’ οι οποίες θ’ αναπτυχθούν λεπτο­μερώς στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου. Αυτές οι βάσεις ήταν το θέμα της υπηρεσίας του αποστόλου. Ο Θεός πα­ρουσιάζεται εδώ μ’ ένα τίτλο που βλέπουμε μόνο στις «ποιμαντικές επιστολές». Όχι ότι δεν ονομάζεται έτσι σ’ άλλες περικοπές (όπως για παράδειγμα στο Λουκά α’ 47) «Θεός Σωτήρ μου», ή «Σωτήρ ημών», αλλά Τον συνα­ντάμε εδώ μ’ αυτόν τον πρωταρχικό και μοναδικό τίτλο: Αυτό που χαρακτηρίζει, σ’ αυτή την περικοπή, την ίδια την Θεότητά Του είναι η Σωτηρία. Αυτή η σωτηρία παρουσιά­ζεται σύμφωνα με την παγκόσμια αξία της. Πλησιάζοντας το Θεό Τον συναντάμε κάτω απ’ αυτό τον χαρακτήρα. Αναμφίβολα Αυτός είναι ο Κριτής, ο Παντοδύ-ναμος Θεός, ο Δημιουργός, ο Άγιος κλπ., αλλά στις πα-ρούσες ημέρες αποκαλύπτεται μόνο ως Θεός Σωτήρας. Τί πολύτιμος τίτλος! Τί ασύγκριτη χάρις! Θα πρέπει οι αμαρτωλοί να Τον συναντήσουν κάποτε σαν Κριτή, αλλά τώρα δεν έχει παρά μόνο ένα τίτλο, αυτόν του Θεού που κάνει χάρη. Όταν οι σημερινοί άνθρωποι, θα πρέπει να παρουσια­στούν μπροστά Του, θα μπορέσουν μήπως να δικαιολο­γηθούν επειδή δεν σώθηκαν όταν Αυτός δεν αποκαλυ­πτόταν στον κόσμο με κανένα άλλο τίτλο;

     Ο Παύλος ήταν απόστολος σύμφωνα με την εντολή Του. Ο Αιώνιος Θεός του είχε δώσει μια εντολή, μια ειδική αποστολή που είχε σκοπό την αποκάλυψη του μυ­στηρίου της Εκκλησίας (Ρωμ. ις’, 25 - 26), αλλ’ εδώ η εντολή είχε σκοπό να κάνει γνωστό στον κόσμο ότι ο Θεός Σωτήρας αποκαλύφθηκε στον Ιησού Χριστό κι’ ότι τη σωτηρία δεν μπορεί να την πάρει κάποιος παρά μόνο απ’ Αυτόν. Αυτή η εντολή απαιτεί την υπακοή της πί­στεως, είναι αδιαχώριστη από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, «την ελπίδα μας», τον Μόνο Τον οποίο ένας πι­στός μπορεί να εμπιστευθεί, την μόνη και μοναδική σα­νίδα σωτηρίας που προσφέρεται στον αμαρτωλό άν­θρωπο.

     Αυτά όμως τα πράγματα δεν μπορούν να διακηρυ­χθούν παρά μόνο από έναν άνθρωπο που άρχισε να τα παίρνει πρώτα για τον εαυτό του, όπως και ο Παύλος τα είχε λάβει απ’ ευθείας από τον Κύριο και το «γνήσιο τέκνο του», ο Τιμόθεος τα είχε λάβει απ’ αυτόν. Έτσι βρίσκουμε σ’ αυτά τα δύο εδάφια τα στοιχεία πάνω στα οποία βασί­ζονται οι σχέσεις κάθε ατόμου με το Θεό. Για τον Παύλο όπως και για τον Τιμόθεο, ο Θεός Σωτήρας είναι «ο Θεός Σωτήρας μας», ο Θεός Σωτήρας και των δύο· ο Χριστός Ιησούς είναι η «ελπίδα μας»· ο Θεός είναι ο «Πατέρας μας» δυνάμει της σωτηρίας· ο Χριστός ο Κύριός μας ο Οποίος είχε αποκτήσει κάθε δικαίωμα επί του Παύλου και του Τι­μόθεου. Αυτές οι ευλογίες αποκτήθηκαν και από τους δύο δια της πίστεως και με αυτήν ο Τιμόθεος είχε γίνει τέκνο του αποστόλου. Ο χαιρετισμός του Παύλου στον Τιμόθεο φέρνει σ’ αυτόν χάρη και ειρήνη αλλ’ όμως και «έλεος», λέξη η οποία δεν βρίσκεται παρά μόνο στις επιστολές που απευθύνονται σ’ ένα άτομο (στην επιστολή προς Τίτον το μάθημα δεν είναι ξεκάθαρο). Είναι πράγ-ματι, αυτό κάτι το οποίο δεν είναι δυνατόν να ξεχνάμε στη καθημερινή μας ζωή. Ο απόστολος ο ίδιος, καλεσμένος απ’ το Θεό  στην αποστολή του, τι θα είχε γίνει χωρίς το έλεος; (εδ. 13).

Εδάφια 3-7 – «Καθώς σε παρεκάλεσα απερχόμενος εις Μακεδονίαν, να προσμείνεις εν Εφέσω, δια να πα­ραγγεί­λης είς τινας να μή ετεροδιδασκαλώσι, μηδέ να προσέχω­σιν εις μύθους και γενεαλογίας απεράντους, αίτινες προ­ξενούσι φιλονεικίας μάλλον παρά την εις την πίστιν οικο­δομήν του Θεού, ούτω πράττε. Το δέ τέλος της παραγγε­λίας είναι αγάπη εκ καθαράς καρ­δίας, και συνειδήσεως αγαθής, και πίστεως ανυπο­κρίτου, από των οποίων αποπλανηθέντες τινές εξε­τράπησαν εις ματαιολογίαν, θέ­λοντες να είναι νομο­διδάσκαλοι, ενώ δεν νοούσιν ούτε όσα λέγουσιν, ούτε περί τίνων διϊσχυρίζονται».

     Η υπηρεσία που  ήταν  εμπιστευμένη στον Τιμόθεο ήταν πιο υψηλή και πιο ευρεία απ’ αυτήν του Τίτου. Πρώτα, όσον αφορά στην σφαίρα που αυτή  απλωνόταν, η δραστηριότητα του Τιμόθεου εξασκείται στην Έφεσο, τόπο όπου οι διδασκαλίες οι πιο υψηλές αναφορικά με την ουράνια θέση της Εκκλησίας είχαν διακηρυχθεί και είχαν γίνει αποδεκτές με τη δύναμη της πρώτης αγάπης. Αντίθετα ο τόπος δραστηριότητας του Τίτου είναι η Κρήτη που η ηθική κατάστασή της χαρακτηρίζεται αρκετά μέσα στην επιστολή που του απευθύνεται.                  

     Καθ’ όσον αφορά την εντολή την ίδια, αυτή του Τίτου είναι η εγκατάσταση πρεσβυτέρων, αλλά με ιδιαίτερη επι­μονή πάνω στην υγιαίνουσα διδασκαλία είτε προς αυτούς είτε προς τους νεώτερους που όφειλαν να την κρατήσουν και να την φυλάξουν.  Η εντολή προς τον Τιμόθεο πάει μακρύτερα. Η «παραγγελία» που του εμπιστεύεται έχει σκοπό, πριν απ’ όλα, την συμπεριφορά καθενός μέσα στον οίκο του Θεού, κι’ όχι μόνο αυτών που ασκούν υπη­ρεσίες σ’ αυτό τον οίκο. Κατά τα άλλα δεν βλέπουμε να παραγγέλεται στον Τιμόθεο να εγκαταστήσει πρεσβυτέ­ρους, αλλά βρίσκουμε την απαρίθμηση προσόντων που έπρεπε να διακρίνουν τους πρεσβυτέρους, όπως και τους διακόνους.

     Πριν απ’ όλα όμως η ορθή και υγιαίνουσα διδασκαλία, η διδασκαλία σύμφωνα με την ευσέβεια είναι το καθήκον του εκπροσώπου του αποστόλου. Όλη η τάξη στον οίκο του Θεού βασίζεται πάνω στη διδασκαλία, ας πούμε κα­λύτερα πάνω στην πίστη (εδ. 4)  που  είναι  εδώ  το  σύ­νολο  της   Χριστιανικής διδασκαλίας που λαμβάνεται διά της πίστεως. Μαθαί­νουμε έτσι πώς πρέπει να συμπερι-φερόμαστε μέσα σ’ αυτόν τον οίκο  ώστε η μαρτυρία του Χριστού που μας εμπιστεύεται να έχει όλη της την αξία μπροστά στον κό­σμο.

     Αλλά να που μόλις αυτή παραδόθηκε στην ευθύνη των αγίων, αυτή η μαρτυρία διέτρεξε τον κίνδυνο να χαθεί από τις μεθοδείες και από τις ανοικτές επιθέσεις του εχθρού. «Είς τινας», μερικά πρόσωπα, αντέτασσαν μια διδα­σκαλία, βασισμένη σε άλλα πράγματα παρά στο Χριστό, στην υγιαίνουσα διδασκαλία του αποστόλου. Αυτό ο από­στολος το περιγράφει με την ελληνική λέξη «ετεροδιδα­σκαλώ» που σημαίνει: διδάσκω ξένες διδασκαλίες, διδά­σκω διαφορετικά (βλ. κεφ. ς΄, 3). Επρόκειτο λοιπόν ν’ αντισταθεί σ’ αυτούς με εξουσία. «Η παραγγελία» (εδ. 3, 5) αυτή, ήταν εμπιστευμένη στον Τιμόθεο, του είχε δοθεί κάθε δικαίωμα να διατάξει αυτούς τους ανθρώπους. Εφ’ όσον εξασκείτο ακόμα η αποστολική εξουσία, αυτή η αποστολή ήταν απαραίτητη ώστε η Εκκλησία να μπορεί να υπάρχει σαν εξωτερική μαρτυρία σ’ αυτό τον κόσμο και απλές ψυχές που ήταν ανίκανες να διακρίνουν μεταξύ της αληθινής και της λαθεμένης διδασκαλίας, να μπορούν να προστατεύονται. Αυτές οι ξένες διδασκαλίες δεν ήταν «υγιαίνοντες λόγοι», «αυτοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»· δεν είχαν σαν θεμέλιο και σαν αρχή τους λό­γους του Χριστού όπως αυτοί περιλαμβάνονται στις Γρα­φές, δεν είχαν σαν σκοπό την «ευσέβεια» (ς΄, 3).  Έπρεπε λοιπόν να επιτιμηθούν αυτοί οι άνθρωποι με εξουσία.

     Διδάσκοντας διαφορετικά (εδ. 4) οδηγεί αναγκαία σε μύθους οι οποίοι ονομάζονται στον Τίτο α΄, 14 μύθοι Ιου­δαϊκοί. Στο κεφάλαιο δ΄,7 της επιστολής μας αυτοί χαρα­κτηρίζονται ως «βέβηλοι και γραώδεις μύθοι» μύθοι δη­λαδή των γηραιών γυναικών. Τα απόκρυφα Ευαγγέλια, τα ταλμουδικά βιβλία είναι γεμάτα απ’ αυτούς.

     Αυτές οι διδασκαλίες που δεν έχουν τον Χριστό σαν αρχή και σαν αντικείμενο δεν έχουν καθόλου και δεν θα έχουν ποτέ σαν αποτέλεσμα «την διαχείρηση», δηλαδή την εποπτεία, την Τάξη στον Οίκο του Θεού. Αντί να οικο­δομούν αυτόν τον οίκο, τον καταστρέφουν, τον παραδί-δουν στην αταξία και στην κατάπτωση. Αυτό συμβαίνει ακόμα κάθε μέρα κάτω απ’ τα μάτια μας. Είναι τα ξερό-χορτα και τα σανά που εισάγονται σ’ αυτή την κατασκευή και τα οποία τελικά θα καούν μαζύ με την οικία που μερι-κοί διατείνονται ότι οικοδομούν.

     «Η οικονομία» βασισμένη πάνω στην αποκάλυψη της χάριτος του Θεού και πάνω στο μυστήριο της Εκκλησίας ήταν εμπιστευμένη στον Παύλο (Εφεσ.γ΄ 2, 9). 

     Έπρεπε τώρα να γίνει φανερό ποιός οικοδομούσε πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο ή πάνω σε ξένες διδασκαλίες διότι η οικονομία ή διαχείρηση του Θεού είναι διά της πί­στεως δηλαδή με μια θεία διδασκαλία που απευθύνεται στην πίστη για να γίνεται αποδεκτή κι’ αυτό σε αντίθεση με το νόμο, όπως θα δούμε.

     Όμως πριν, ο απόστολος διακόπτει για να δείξει (εδ. 5) «το τέλος», τον τελικό σκοπό της παραγγελίας που  εμπι-στεύεται στον Τιμόθεο.  Αυτός ο σκοπός  είναι  απόλυτα ηθικός. Είναι η αγάπη, αλλ’ η αγάπη αδιαχώρι­στη από μια  καλή  κατάσταση της ψυχής ενώπιον του Θεού. Δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει με τόσο λίγα λό­για μια πλη­ρέστερη περιγραφή αυτής της κατάστασης. Η αγάπη στη­ρίζεται σε τρείς κολόνες, κι αν αυτό συμβαίνει, ποτέ δεν θα πλανηθεί κάποιος από ψευδή φαινόμενα, που επανα­λαμβάνονται πολύ συχνά μέσα στον κόσμο, και τα οποία θα’ πρεπε να είναι ξένα στον οίκο του Θεού. Αυτές οι τρείς κολόνες είναι η καρδιά, η συνείδηση και η πίστη. Μια «καθαρά καρδία» δεν σημαίνει μια καρδιά που εξαιρείται από την μόλυνση, επειδή είναι καθαρή από μόνη της, αλλά μια καρδιά που καθαρίζεται δια του λου­τρού του Λό­γου (Ιωάν. ιγ΄, 8 - 10, - ιε΄, 3 – Α΄ Πέτρου α΄, 22 – Β΄ Τιμ. β΄, 22). «Μια καθαρή συνείδησις» είναι μιά συνείδηση η οποία μετά τον καθαρισμό των καρδιών μας, δεν έχει να κρύψει τίποτα απ’ το Θεό και επομένως, τί­ποτα για να κα­τηγορηθεί  (Εβραίους ι΄, 22). «Μιά ανυπόκριτος πίστις» είναι μια πίστη εξαιρεμένη από κάθε υποκρισία. Αυτή η λέξη πίστη που αναφέρεται 17 φορές σ’ αυτή την επι­στολή έχει εδώ δύο λίγο διαφο­ρετκές σημασίες, όπως μπορέσαμε ήδη ν’ αντιληφθούμε. Πρώτα με τη συνήθη της έννοια, η πίστη είναι η αποδοχή, διά της χάριτος, αυ­τού που ο Θεός είπε σχετικά με τον Υιό Του, με λίγα λόγια η αποδοχή του Σωτήρος. Στη συνέχεια είναι το σύνολο της Χριστιανικής διδασκαλίας που λαμβά­νεται διά της πί­στεως. Έτσι λοιπόν στο εδάφιο 19 του κε­φαλαίου μας «έχουμε πίστιν», στο κεφ. γ΄, 9, η πίστις είναι το σύνολο των μέχρι τώρα κεκρυμμένων πραγμά­των αλλά τώρα αποκαλυφθέντων  τα οποία η πίστις οι­κειοποιείται, στο κεφάλαιο δ΄, 1 «αποστατώ από της πί­στεως» σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε αυτό που η Χριστια­νική διδασκαλία μας αποκαλύπτει, στο κεφάλαιο ε΄, 8 την αρνούμαστε. Η πίστη αναφέρεται συχνά συνδεδεμένη με μια αγαθή συ­νείδηση (α΄, 5, 19 – γ΄, 9). Είναι επικίνδυνο πράγμα για το Χρι­στιανό, να μην έχει, για οποιονδήποτε λόγο, μια κα­θαρή ενώπιον του Θεού συνείδηση και θα πρέπει σοβαρά να επιμένουμε πάνω σ’ αυτό. Όταν συμβαίνει έτσι, αυτό μας απομακρύνει απ’ την πίστη και οι λόγοι μας δεν είναι από εκεί και πέρα παρά «ματαιολογίες» χωρίς καμιά αξία για τις ψυχές μας.

     Η αγάπη λοιπόν, σκοπός κάθε δραστηριότητος του Τι­μόθεου, όφειλε να στηρίζεται στην καρδιά, στην συνεί­δηση και στην πίστη. Αν αυτή η αγάπη ήταν πραγματικά δραστήρια, δεν θα ήταν πια αναγκαίο να κάνουμε προ­σπάθειες για να εμποδίζουμε το κακό, και δεν θα υπήρχε πλέον ανάγκη αγώνα για να κρατήσουμε ή ν’ αποκατα­στήσουμε την Τάξη στην Εκκλησία. Αλλά αντί αυτού, η τάξη είχε διαταραχτεί στην Εφεσο από μερικά πρόσωπα που ήταν ξένα στην πρακτική κατάσταση της καρδιάς και της συνείδησης για τα οποία μόλις προηγουμένως μιλή­σαμε. Ποιά ήταν η συνείδησή τους; Αυτοί οι άνθρωποι αντί ν’ αναζητούν το καλό των ψυχών δεν σκέπτονταν παρά τους εαυτούς των και πώς ν’ αναγνωριστούν διδά­σκαλοι του νόμου. Τέτοιες απαιτήσεις, χωρίς την ηθική κατάσταση που θα μπορούσε να τους κάνει αποδεκτούς, δεν κάνουν άλλο παρά να γίνεται φανερή η ακραία πνευ­ματική πτωχία τους και η άγνοια εκείνων που τους προ­βάλλουν. Οι λόγοι τους δεν έχουν καμιά αξία: είναι «μα­ταιολογίες». Σε τί είναι χρήσιμοι; Αυτοί που τους προφέ­ρουν δεν καταλαβαίνουν κι’ αυτοί οι ίδιοι το νόημα στο οποίο επιμένουν. Αυτός ο εκπληκτικός πίνακας της απαί-τησης να διδάσκουν τον Λόγο χωρίς την πίστη, χωρίς μια καρδιά καθαρισμένη, χωρίς μια καθαρή συνείδηση, έχει πολύ πέραση σήμερα όπως και τους καιρούς του απο­στόλου. Η δραστηριότητα τέτοιων ανθρώπων θα έχει κατά τα άλλα πάντοτε νομικό χαρακτήρα, αλλά μήπως αυτοί καταλαβαίνουν τί ακόμα σημαίνει νόμος.

 Εδάφια 8 – 11. – Εξεύρετε ότι ο νόμος είναι καλός, εάν τις μεταχειρίζεται αυτόν νομίμως, γνωρίζων τούτο, ότι ο νόμος δεν ετέθη διά τον δίκαιον, αλλά διά τους ανό­μους και ανυ­ποτάκτους, τους ασεβείς και αμαρτω­λούς, τους ανοσίους και βεβήλους, τους πατροκτό­νους και μητροκτόνους, τους ανδροφώνους, πόρ­νους, αρσενοκοίτας, ανδραποδιστάς, ψεύστας, επιόρκους, και ει τί άλλο αντιβαίνει εις την υγιαί­νουσα διδασκαλίαν, κατά το ευαγγέλιον της δόξης του μα­καρίου Θεού, το οποίον εγώ ενεπιστεύθην.

     Εδώ ο απόστολος στοιχειοθετεί την πιο πλήρη αντί-θεση μεταξύ του νόμου, στον οποίο αυτοί που έλεγαν ότι είναι διδάσκαλοι ήθελαν να οδηγήσουν τους Χριστιανούς και το Ευαγγέλιο. Το πρώτο σημείο στο οποίο επιμένει είναι ότι ο νόμος είναι καλός. Βρίσκουμε αυτή την ίδια απόλυτη επιβεβαίωση στο Ρωμ.  ζ΄, 16. Το θέμα είναι λοιπόν να χρησιμοποιούμε το νόμο νομίμως, να ξέρουμε τη χρήση που πρέπει να του κάνουμε. Ο νόμος δεν απευ­θύνεται στους δίκαιους, διότι πώς θα καταδίκαζε ένα δί­καιο; Δόθηκε για να καταδικάσει το κακό. Εδώ ο απόστο­λος αναφέρει εν συντομία πρόσωπα στα οποία απευθύ­νεται ο νόμος κι’ ενάντια στα οποία ενεργεί τιμωρώντας τα νομίμως. Με λίγα λόγια χαρακτηρίζει την ηθική τους κατά­σταση: τον εγωϊσμό, την ανυπακοή, την ανεβλάβεια και το βέβηλο πνεύμα απέναντι στο Θεό, την απουσία κάθε σε­βασμού απέναντι στους γονείς και τις ύβρεις εναντίον τους, τη βία και το φόνο, τον μολυσμό της σαρκός, τα ανομολόγητα πάθη, το ψέμα και την ψευδορκία και πολλά ακόμα πάθη που καταδικάζει ο νόμος.

     Εδώ, ο απόστολος επανέρχεται στο κύριο θέμα της επι­στολής του: Ο νόμος τιμωρεί κάθε τι που αντιτίθεται στην υγιαίνουσα διδασκαλία, στο σύνολο των αληθειών που αποτελούν το Χριστιανισμό ή την διδασκαλίαν την κατ’ ευσέβειαν (ς΄, 3). Το Ευαγγέλιο είναι λοιπόν σύμ­φωνο με  αυτή την διδασκαλία. Δεν είναι αντίθετο καθό­λου με το νόμο, αλλά εισάγει ένα εντελώς νέο πράγμα που δεν έχει κανένα σημείο επαφής με το νόμο. Αυτό είναι το Ευ­αγγέ­λιο της δόξης του μακαρίου Θεού, εμπιστευμένο στον απόστολο. Αυτές οι λίγες γραμμές μας ανοίγουν μια σφαίρα ευλογιών στην οποία το πνεύμα κι η καρδιά μπο­ρούν να κινούνται ελεύθερα χωρίς ποτέ να βρίσκουν σ’ αυτά όρια. Κρίνετέ το εσείς: το Ευαγγέλιο εί­ναι η καλή αγ­γελία που αναγγέλλει στους ανθρώπους ότι η δόξα του Θεού φανερώθηκε πλήρως στον Χριστό. Η δόξα του Θεού δηλαδή το σύνολο των θείων τελειοτήτων: δικαιοσύνη, αγιότητα, δύναμις, φώς και αλήθεια και πάνω απ’ όλα η αγάπη Του και η χάρις Του – αυτή η δόξα φα­νερώθηκε πλήρως και τέθηκε στη διάθεσή μας στο πρό­σωπο ενός ανθρώπου, του κεχρισμένου Ιησού, του Σω­τήρος μας. Αυτή φανερώθηκε προς χάριν μας και είναι το θαύμα του Ευαγγελίου. Όλη αυτή η δόξα δεν κρύβεται ούτε κα­λύπτε­ται, την βλέπουμε να λάμπει στο πρόσωπο ενός ανθρώ­που, αλλά, ακόμα περισσότερο, αυτή είναι για μας, μας ανήκει. Το έργο του Χριστού μας την απονέμει, ό,τι Αυτός είναι ενώπιον του Θεού είναι κι αυτοί που πι­στεύ­ουν σ’ Αυτόν. Ναί, η δόξα του Θεού δεν δεσπόζει πλέον στην μοναχική και απρόσιτη τελειότητα, αυτή έγινε, μ’ έναν άνθρωπο, το μερίδιο όλων εκείνων που πι­στεύουν σ’ Αυ­τόν. Είμαστε, δια της θυσίας Του, η οποία κατήργησε την αμαρτία, τέλειοι μπροστά στο Θεό, όπως Αυτός ο Ίδιος. Αυτός μας έκανε εκ μέρους του Θεού, σο­φία, δικαι­οσύνη, αγιασμό και απολύτρωση (Α’ Κορ. α’, 30). Είμαστε φως εν Κυρίω. Η αγάπη του Θεού ξεχύθηκε στις καρδιές μας δια του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε. Όλ’ αυτά, είναι η ελεύθερη δωρεά της χάριτος σε φτωχούς αμαρτωλούς που δικαιώ­νονται διά της πίστεως. Σημειώστε όμως ότι αυτό το Ευ­αγγέλιο είναι αυτό της δόξης του μακαρίου Θεού. Γνω­στοποιώντας σε μας αυτό το Ευαγγέλιο ο Θεός θέλει να μας κάνει ευτυχείς όπως είναι Αυτός ο Ίδιος, η ευτυχία την οποία απολαμβάνει έγινε η ευτυχία μας! Υπάρχει μήπως πιο πλήρης αντίθεση απ’ αυτήν: απ’ το νόμο που καταρά­ται τον αμαρτωλό και τη χάρη που τον μεταφέρει στη χαρά της δόξης και στην ευτυχία του Θεού, περιμένοντας να την απολαύσουμε πλήρως στην τελειό­τητα μιας ανέ­φελης αιωνιότητας;

Εδάφια 12 – 14. – Και ευχαριστώ τον ενδυναμώσαντά με Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών, ότι ενέκρινε πι­στόν και έταξεν εις την διακονίαν εμέ, τον πρότερον όντα βλάσφη­μον και διώκτην και υβριστήν, ηλεήθην όμως διότι αγνοών έπραξα εν απιστία, αλλ’ υπερεπε­ρίσσευσεν η χάρις του Κυρίου ημών μετά πίστεως και αγάπης της εν Χριστώ Ιη­σού.

     Ποιός λοιπόν ήταν αυτός ο Παύλος στον οποίο ένα Ευ­αγγέλιο μιας τόσο μεγάλης αξίας του ήταν εμπιστευμένο; Πράγμα εκπληκτικό! Υπήρξε ένας άνθρωπος ο οποίος παραβίαζε την πρώτη εντολή: «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου». Αυτός μισούσε το Θεό πιστεύοντας ότι Τον υπηρετεί, διότι αυτός Τον μισούσε στο πρόσωπο του Υιού Του. Τον Χριστό, τον βλασφημούσε αναγκάζοντας τους αγίους να βλασφημούν κι’ εκείνοι (Πράξεις κς΄, 11), κατα­δίωκε την Εκκλησία Του την αγαπημένη, ύβριζε εκείνους που πίστευαν σ’ Αυτόν και Τον υπηρετούσαν πιστά.

     Μια τέτοια στάση δεν θα μπορούσε να συγχωρηθεί αν ο Παύλος δεν είχε κάνει όλα αυτά επειδή «αγνοών» έπραξε αυτά, όταν ήταν άπιστος. Η πίστις δεν ήταν άλλο παρά η αποδοχή, μέσα στην καρδιά, του Χριστού σαν Υιού του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο και ελεήθηκε, αλλοιώς θα καταδικαζόταν δια παντός. Όσον αφορά τους Ιουδαίους, αυτό το έλεος δεν θα μπορούσε να έχει γι’ αυτούς συνέ­χεια. Πάνω στο σταυρό, ο Ιησούς, παρακαλώντας για τον λαό, είχε πει: «Πάτερ, συγχώρησον αυτούς, διότι δεν εξεύρουσι τι πράττουσι». Αυτός είχε επικαλεστεί το έλεος του Πατρός Του εξ’ αιτίας της αγνοίας τους. Το ίδιο τους έλεγε και ο Πέτρος στις Πράξεις γ΄, 17. Αλλά στη συ­νέχεια, όταν λιθοβολούσαν τον Στέφανο, εγνώριζαν τι έκαναν, απέρριπταν το Άγιο Πνεύμα που τους είχε σταλεί από τον αναστημένο Ιησού Χριστό (Πράξεις ζ΄, 51). Αυτή η αμαρτία δεν μπορούσε να τους συγχωρηθεί. Ο Σαύλος από την Ταρσό που συναινούσε στο θάνατο του Στέφα­νου (Πράξεις ζ΄, 58 – η΄,1) δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με το λαό του; Τί του έμενε λοιπόν; Τίποτα και όμως του έμενε κάτι ακόμα: «η υπερπερισσεύουσα χάρις» η οποία μπορούσε να κάμει πιστό ένα τέτοιο άνθρωπο και να τον εγκαταστήσει στην υπηρεσία! Δεν υπήρχε παρά η πίστη με την οποία θα μπορούσε ν’ ακυρωθεί η προηγούμενη απιστία  του. Δεν υπήρχε παρά «η αγάπη εν Χριστώ Ιη­σού» που θ’ αντικαθιστούσε το μίσος που μέχρι τώρα ήταν γεμάτη η καρδιά του κι αυτή η αγάπη δεν μπορούσε να γίνει γνωστή παρά μόνο δια της πίστεως. Αυτό το εδά­φιο 14 είναι λοιπόν η απόδειξη αυτού που η χάρις δί­νει όταν ασχολείται ακόμα και με τον «πρώτο των αμαρ­τω­λών». Τον βγάζει ανάμεσα από τους αμαρτωλούς με μια υπερπερισσεύουσα χάρη, του δίνει την πίστη, και δι’ αυ­τής τον κάνει να γνωρίσει την αγάπη που είναι εν Αυτώ.

Εδάφια 15 – 17. – Πιστός ο λόγος και πάσης αποδο­χής άξιος, ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εις τον κόσμον δια να σώση τους αμαρτωλούς, των οποίων πρώτος είμαι εγώ, αλλά δια τούτο ηλεήθην, δια να δείξη ο Ιη­σούς Χριστός εις εμέ πρώτον την πάσαν μακροθυ­μίαν, εις παράδειγμα των μελλόντων να πιστεύουσιν εις αυτόν εις ζωήν αιώνιον. Εις δε τον βασιλέα των αιώνων, τον άφθαρτον, τον αόρατον, τον μόνον σο­φόν Θεόν, είη τιμή και δόξα εις τους αιώνας των αιώ­νων. Αμήν.

     Απ’ τη στιγμή που το έργο του Πνεύματος του Θεού έλαβε θέση στην καρδιά του, ο Παύλος μπορεί να κηρύτ­τει τον Χριστό και τη σωτηρία. Αυτό που βρίσκουμε εδώ είναι το Ευαγγέλιο στην πιο απλή του έκφραση. «Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος», δηλαδή αυτός ο λόγος είναι σίγουρος, είναι βέβαιος, και άξιος να γίνει αποδεκτός. Υπάρχουν πολλοί «πιστοί λόγοι» στις επι­στολές προς Τιμόθεον και Τίτον. Μερικούς από αυτούς τους σχολιάζουμε στην «Μελέτη προς Τίτον», κεφ. γ΄, 7–8 αλλ’ εδώ ο απόστολος προσθέτει αυτές τις λέξεις: «και πάσης αποδοχής άξιος» για να δείξει τα σπουδαία απο-τελέσματα αυτού του λόγου για κάθε ψυχή που τον δέχε­ται.  Θα επανέλθουμε όμως σ’ αυτό στο κεφάλαιο δ΄, 9.

     Η απλή αλήθεια η οποία είναι το θεμέλιο κάθε σχέσης μεταξύ του αμαρτωλού ανθρώπου και του Θεού Σωτήρος εκφράζεται εδώ με τον πιο σοβαρό τρόπο: «Ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο διά να σώσει τους αμαρτω­λούς». Ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Ιησού, και ήλθε εδώ κάτω για να σώσει τους αμαρτωλούς όχι αμαρτωλούς, αλλά για να εκπληρώσει ένα έργο παγκό­σμιας αξίας που προσφέρεται σε όλους και του οποίου κανένας αμαρτωλός, ακόμα κι’ ο πιο ανάξιος, δεν εξαιρεί­ται εκ των προτέρων. Ο σκοπός του Θεού ερχόμενου στον κόσμο ήταν να σώσει τους αμαρτωλούς, στο κεφά­λαιο β΄, 4, βλέπουμε ότι ήταν επίσης το θέλημά Του. Επομένως απ’ την πλευρά του Θεού δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο: όλα τείνουν σ’ Αυτόν, σ’ αυτό το στα­θερό, το βέβαιο σχέδιο. Όμως ο άνθρωπος, πράγμα τρο­μερό να το διαπιστώνουμε, παραγνωρίζει το σχέδιο του Θεού και αντιτίθεται με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, στο θέλημά Του. Ανάμεσα σ’ αυτή την εξέγερση του αν­θρώ­που εναντίον Του, η «υπερπερισσεύουσα χάρις» Του είναι η μόνη που μπορεί να μεταπείσει τον άνθρωπο και να κάνει ένα Σαύλο από την Ταρσό το σκεύος που θα πα­ρουσιάσει τη σωτηρία Του σε άλλους.

         Εδώ ο Παύλος αποκαλεί τον εαυτό του «τον πρώτο των αμαρτωλών». Κανένας δεν μπορεί να ονομάζει τον εαυτό του μ’ αυτό το όνομα. Ο Παύλος, μη όντας ακόμα παρά ο Σαύλος απ’ την Ταρσό, είχε μπει επικεφα­λής ενός στρατού του οποίου ο Σατανάς ήταν χωρίς καμιά αμφι-βολία, ο απόκρυφος Αρχηγός, με το σκοπό να εξο­ντώσει απ’ αυτό τον κόσμο το λαό του Θεού και το όνομα ακόμα του Κυρίου του, για το θρίαμβο της Ιουδαϊκής θρη­σκείας. Με όλη τη σαρκική του ενεργητικότητα, με όλη τη θρησκευτική του συνείδηση, που ήταν πολύ μεγάλη, ο Σαύλος ήθελε να εξουθενώσει και να βγάλει απ’ τον κό­σμο το όνομα του Χριστού, γιατί δεν πίστευε καθόλου στην ανάστασή Του. Ναί, αυτήν τη θλιβερή προεξάρ­χουσα θέση, την κατείχε και ήταν επικεφαλής των εχθρών του Χριστού. Αυτό τον κάνει να λέει: «των οποίων πρώ­τος είμαι εγώ».

        Στην εποχή μας, όταν κηρύττεται το Ευαγγέλιο, συνή­θως ακούμε πολλούς να διηγούνται το πώς επίστευσαν και αναγεννήθηκαν υπερβάλλοντας κατά βούλησιν τον πί-νακα της αθλιότητάς τους και τους ακούμε να λένε: «Εγώ είμαι ο πρώτος των αμαρτωλών». Αυτό δεν εί­ναι αλή-θεια, και είναι πράγματι θλιβερό να το λέμε, ούτε ένας απ’ αυτούς που μιλάνε έτσι δεν το πιστεύει πραγμα­τικά. Τέ­τοιοι λόγοι είναι γι’ αυτούς ένα μέσο να υπερηφα­νευθούν και τους δίνει την ευκαιρία ν’ ασχοληθούν οι άλ­λοι με το πρόσωπό τους και με την ταπείνωσή τους αντί να μην λένε τίποτα γι’ αυτούς. Αυτό όμως που ο απόστο­λος έλεγε εδώ για τον εαυτό του, όπως και στους τρείς λόγους του στις Πράξεις, ήταν μια εκπληκτική πραγματικότητα και είχε σκοπό να εξηγήσει τη μεγάλη σημασία της αποστο­λής του που του ήταν εμπιστευμένη: Εάν σ’ αυτή τη φρι­κτή εξέ­γερση εναντίον του Χριστού, είχε γίνει έλεος για τον Σαύλο απ’ την Ταρσό , ήταν, λέει, εξ’ αιτίας αυτού: να δεί­ξει ο Ιη­σούς Χριστός σ’ εμένα «τον πρώτο των αμαρτω­λών» όλο Του το έλεος, όλη Του την υπομονή ώστε να είμαι «παράδειγμα των μελλόντων να πι­στεύωσιν» σ’ Αυ­τόν «εις ζωήν αιώνιον». 

     Ο Θεός επέλεξε τον Σαύλο από την Ταρσό σαν ένα πα­ράδειγμα των οδών Του προς εκείνους που θα έρχον-ταν να πιστεύσουν δια της υπηρεσίας του. Εάν ο Θεός ενερ­γούσε έτσι προς ένα βλάσφημο και διώκτη μήπως θα υπήρχε έστω κι ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να πεί: Ο Ιησούς Χριστός δεν θα έχει υπομονή μαζύ μου; Όχι, γιατί ήδη ο Ιησούς Χριστός είχε δείξει όλη Του την υπο­μονή προς τον Παύλο. Έτσι, όπως η σωτηρία ήταν για όλους τους αμαρτωλούς, η υπομονή ήταν για όλους, και βέβαια αυτή η υπομονή είχε μια απέραντη αξία. Αρκούσε τώρα να πιστεύσει σ’ Αυτόν, κι’ ελάμβανε, έτσι την αιώ­νια ζωή. Φθάνοντας λοιπόν σ’ αυτές τις τελευταίες δύο λέξεις που εισάγουν την ψυχή στην κατάκτηση μιας ευτυ­χίας χωρίς τέλος, ένας ύμνος δοξολογίας ανεβαίνει απ’ την καρδιά του αποστόλου και υψώνεται μέχρι τον τρίτο ουρανό.

     Αυτός ο ύμνος απευθύνεται στον παντοδύναμο Θεό απ’ τον Οποίο κατεβαίνει το υπέρτατο δώρο της αιωνίου ζωής σ’ όλους εκείνους που πιστεύουν. Η ψυχή τους τίθε­ται, διά της αιωνίου ζωής, σε απ’ ευθείας σχέση μαζύ Του. Είναι Αυτός ο βασιλεύς των αιώνων, ο μόνος μπροστά στον οποίο ο χρόνος κι’ η αιωνιότητα δεν έχουν όρια και πάνω στα οποία κυριαρχεί. Αυτός είναι ο άφθαρτος, ο μό­νος ο οποίος υπάρχει πάνω από κάθε τι που είναι δεδο­μένο στη φθορά και η φθορά δεν μπορεί να Τον αγγίξει, όπως έγινε με την δημιουργία, με τους ανθρώπους ακόμα και με τους αγγέλους. Αυτός είναι ο Αόρατος. Αυτός που είναι πάνω από κάθε τι ορατό και κανένα μάτι δεν μπορεί να Τον δεί. Είναι Αυτός ο μόνος Θεός!

     Γύρω από ένα τέτοιο Θεό θ’ ανεβαίνουν αιωνίως οι δο­ξολογίες μας. Δεν πρόκειται εδώ για το Θεό Σωτήρα ούτε για τον Χριστό Ιησού που ήλθε να σώσει τους αμαρ­τω­λούς. Ένα σημείο θα έλειπε απ’ τη δόξα Του αν δεν είχε ακόμα υμνηθεί μ’ ένα άλλο τρόπο. Αυτός είναι ο Θεός ο οποίος, από την άφθαστη δόξα Του θέλησε να χαμηλώσει το βλέμα Του πάνω στο ξεπεσμένο πλάσμα Του, για να του δώσει την αιώνια ζωή, μια ζωή ικανή να Τον γνωρίσει και να Τον καταλάβει, μια ζωή που απαντά στη δική Του φύση! Σ’ Αυτόν η τιμή και η δόξα στους αιώνας των αιώ­νων! Αμήν.

     Είναι αξιοσημείωτο ότι στο κεφ. ς΄, 15-16 της ίδιας αυ­τής επιστολής ξαναβρίσκουμε κάτι ανάλογο μ’ αυτό, ενώ πουθενά αλλού δεν βρίσκουμε κάτι παρόμοιο. Κατά τα άλλα, η έκφραση της αυθόρμητης δοξολογίας επανέρχε­ται περισσότερο από μια φορά στις επιστολές όπως προς Ρωμαίους ια΄, 32-36 – προς Εβραίους ιγ΄, 21 – προς Εφεσίους γ΄, 20, 21.

Εδάφια 18 – 20. – Ταύτην την παραγγελίαν παραδίδω εις σέ, τέκνον Τιμόθεε, κατά τας προγενομένας προ­φητείας περί σού, να στρατεύης κατ’ αυτάς την καλήν στρατείαν, έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν, την οποίαν τινές απο­βαλόντες εναυάγησαν εις την πίστιν, εκ των οποίων είναι ο Υμέναιος και Αλέξανδρος, τους οποίους παρέδωκα εις τον Σατανάν, διά να μάθωσι να μή βλασφημώσι.

     Ο απόστολος επανέρχεται τώρα στην «παραγγελία», στην εντολή η οποία ήταν εμπιστευμένη στον Τιμόθεο και για την οποία είχε μιλήσει στα εδάφια 3 και 5 αυτού του κεφαλαίου. Μπαίνει στο κυρίως θέμα αυτής της επιστο­λής, αφού έχει τελειώσει όπως είδαμε μ’ έναν ύμνο θριάμ­βου και ένα Αμήν! Τα σπουδαία εδάφια από το 5 έως το 17.

     Θα βρούμε τις λεπτομέρειες αυτής της εντολής στα κε­φάλαια που ακολουθούν. Στο κεφάλαιο α΄, 3-4 ο από­στο­λος δεν είχε μιλήσει ακόμα για τον άμεσο κίνδυνο που απειλούσε τους αγίους της Εφέσου και τον οποίο όφειλε ο Τιμόθεος ν’ αποκρούσει με την εξουσία που του δινό­ταν. Αυτός ο κίνδυνος δεν αφορούσε παρά στην δραστη­ριό­τητα «Τινών», μερικών προσώπων. Αλλά προηγου­μένως ο Παύλος τοποθετεί μπροστά στον πιστό μαθητή του και τέκνο του στην πίστη, το πόσο σημαντική, στα μά­τια του Θεού, ήταν η εντολή που του εμπιστευόταν, (Α΄ Τιμ. δ΄, 14 – Β΄ Τιμ. α΄, 6). Προηγουμένως είχαν γίνει προφητείες πάνω στο θέμα του χαρίσματος που έπρεπε να λάβει αυ­τός ο πιστός συνεργάτης του αποστόλου. Αυ­τός το είχε λάβει λοιπόν δια προφητείας, αλλά του είχε κοινοποιη­θεί διά της επιθέσεως των χειρών του Παύλου. Αυτό το χάρισμα είχε συνοδευτεί με την επίθεση των χειρών του σώματος των πρεσβυτέρων. Το τελευταίο αυτό γεγονός σήμαινε την συνταύτηση των πρεσβυτέ­ρων με τον Τιμό­θεο στην υπηρεσία του και την επικύ­ρωση που του έκα­ναν, διότι δεν του κοινοποιούσαν τί­ποτα (Αριθμοί η΄, 10). Ανήκε στην αποστολική εξουσία και σε κανέναν άλλο να διαβιβάσει σε κάθε περίπτωση το χά­ρισμα, ή δώρον, είτε ήταν ένα «δώρον χάριτος» ή το «δώρον του Αγίου Πνεύματος», δώρον το οποίον, κατά τα άλλα, συχνότερα απεστέλλετο απ’ ευθείας από πάνω από τον Κύριο, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε τους πρεσβυτέ­ρους να το μεταδίδουν.

     Οι προφητείες που είχαν γίνει προηγουμένως εν σχέ­σει με τον Τιμόθεο, ανήγγειλαν ότι αυτός είχε οριστεί από το Θεό για «να αγωνισθεί τον καλόν αγώνα», ένα αγώνα απαραίτητο, προορισμένο να υποστηρίξει την υγιαίνουσα διδασκαλία στον οίκο του Θεού και να μαται­ώσει τις πο­νηρίες του Εχθρού. Αυτή η νίκη δεν μπορούσε να λάβει χώρα παρά μόνο αν ο Τιμόθεος εφύλασσε την πίστη, δηλαδή την κατάσταση της ψυχής η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σύνολο της διδασκαλίας του Θεού μέσα στο Λόγο Του. Η πίστη δεν είναι πλέον ανυ­πόκριτος δηλαδή ειλικρινής (εδ. 5), όταν η συνείδηση δεν είναι πλέον καλή και αναζητά να υπεκφεύγει, με οποιο­δήποτε τρόπο, από τον έλεγχο του Θεού. Τότε υπάρχει δόλος μέσα στην καρδιά. Αυτή η κατάσταση είναι από τις πλέον επικίνδυνες. Η ψυχή συνηθίζει να αποφεύγει το φώς της παρουσίας του Κυρίου και του Λόγου Του.

     Το να απορρίπτουμε μια καλή συνείδηση οδηγεί αργά ή γρήγορα την ψυχή να εγκαταλείψει την πίστη. Όλες οι πλάνες έχουν την πηγή τους σε μια κακή κατάσταση της συνείδησης, η οποία αποφεύγοντας την ευκαιρία να συ­ναντήσει το Θεό, αφήνεται στον εαυτό της και σ’ αυτή την κατάσταση εγκαταλείπει την αλήθεια, όπως αυτήν μας την εδίδαξε ο Θεός στον Λόγο Του. Ο Υμέναιος και ο Αλέξαν­δρος είχαν φθάσει εκεί ως προς αυτό. Δεν μας λέγεται τί εδίδασκαν, αλλά ο Λόγος φροντίζει να μας πει ότι ήταν βλάσφημοι, βλάσφημοι εναντίον του Χριστού, ίσως εν σχέσει με το νόμο, διότι ο Παύλος μας λέει, περιγράφο­ν-τας τη δική του εχθρική κατάσταση εναντίον του Χριστού, ότι κι’ αυτός ο ίδιος ήταν ένας «βλάσφημος» (εδ.13). Βλέπουμε στις Πράξεις κς΄, 11 με ποιό τρόπο συνέβαινε αυτό. Στο κεφάλαιο δ΄, 1 της επιστολής μας, ο απόστολος μας λέει ότι μερικοί θ’ αποστατήσουν απ’ την πίστη, δη­λαδή θ’ απορρίψουν πλήρως την Χριστιανική διδασκαλία. Εδώ, το κακό μη έχοντας ακόμα φθάσει στο απόγειό του, ήταν μάλλον ότι αυτοί αντί να χρησιμοποιούν τη δραστη­ριότητά τους για να διατηρούν την πίστη, προσωπικά εί­χαν ναυαγήσει και μη έχοντας πλέον πυξίδα για να κατευ­θυνθούν είχαν χάσει κάθε αίσθηση της αξίας, του οφειλό­μενου σεβασμού στην αγιότητα του Κυρίου.

     Είναι πιθανό να ξανασυναντήσουμε αυτόν τον Υμέναιο στη Β΄ Τιμόθεον β΄, 17, αλλά συνδεδεμένο με τον Φιλητό και υποστηρίζοντα μια διδασκαλία η οποία έκλεινε τον ου­ρανό στους εξαγορασμένους και τους εγκαθιστούσε ορι­στικά στη γη. Μπορεί επίσης κάποιος να υποθέσει, αλλά χωρίς πολλές αποδείξεις, ότι ο Αλέξανδρος στη Β Τιμό­θεον δ΄, 14, έγινε ο λυσσαλέος εχθρός του αποστόλου. Η πράξη να παραδοθεί στο Σατανά είχε λάβει χώρα πράγ­ματι στην περικοπή μας. Στην Α΄ Κορινθίους ε΄, 5, μας παρουσιάζεται σαν αυτή να είναι η πρόθεση του Παύλου ο οποίος δεν είχε ανάγκη να την εκτελέσει. Αυτή η πράξη αποστολικής εξουσίας δεν ήταν καθόλου εύκολο να γίνει αντιληπτή στην εκκλησία ως προς εκείνον του οποίου το καθήκον ήταν  να βγάλει τον κακόν εκ μέσου της.

     Οι δύο άνδρες για τους οποίους μας μιλά αυτή η περι­κοπή, έχοντες εγκαταλειφθεί στα χέρια του Σατανά ήταν από τότε έξω από την εκκλησία, στερημένοι απ’ τον έλεγχό της κι’ απ’ την επίδρασή της που εχαίροντο μέχρι τότε, κι’ είχαν γίνει εξ’ αυτού του γεγονότος η ιδιοκτησία του Εχθρού που από τότε δεν είχε άλλο σκοπό παρά να τους χωρίσει διά παντός από τον Χριστό, χωρίς ελπίδα επιστροφής. Εν τούτοις εκεί ακόμη, ανάμεσα σ’ αυτή την τρομερή κρίση, ο Θεός είχε μια πρόθεση χάριτος. Η αθλιότητα, προφανώς ηθική και φυσική, στην οποία είχαν περιέλθει μπορούσε «να τους μάθει να μη βλασφη­μώσι» πλέον, κάνοντας έτσι δυνατή την ανόρθωσή τους.    

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Εδάφια 1 – 7. – Παρακαλώ λοιπόν πρώτον πάντων να κάμνητε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, ευχαρι-στίας, υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων, και πάντων των όντων εν αξιώμασι, δια να διάγωμεν βίον ατάραχον και ησύχιον εν πάση ευσεβεία και σεμνό­τητι. Διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώ­πιον του Σωτήρος ημών Θεού, όστις θέλει να σωθώσι πάντες οι άνθρωποι, και να έλθωσιν εις επίγνωσιν της αληθείας. Διότι είναι είς Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς, όστις έδωκεν εαυ­τόν αντίλυτρον υπέρ πάντων, μαρτυρίαν γενο­μένην εν ωρισμένοις καιροίς, εις τον οποίον ετάχθην εγώ κή­ρυξ και απόστολος, αλήθειαν λέγω εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, διδάσκαλος των εθνών εις την πίστιν και εις την αλήθειαν.

     Μπαίνουμε εδώ στο κυρίως θέμα αυτής της επιστολής, το οποίον είναι η διοίκηση και η τάξη στον οίκο του Θεού, βασισμένη πάνω στη διδασκαλία η οποία είναι σύμφωνα με την ευσέβεια.

     Δεν είναι συγκινητικό ότι η πρώτη προτροπή  που απευθύνεται στους ανθρώπους του οίκου του Θεού είναι η προσευχή; Απ’ αυτήν μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε εκ πρώτης όψεως την Εκκλησία του ζώντος Θεού, ή, όταν αυτή είναι ένας οίκος ερειπωμένος, αυτό που την αντι­προσωπεύει. Η τάξη της είναι συνδεδεμένη με τις συνή­θεις σχέσεις των αγίων με τον Θεό δια της προσευχής.  Η  ίδια η  προσευχή  έχει διάφορους χαρακτήρες:

1ον. Οι δεήσεις. Αυτές είναι θερμές, επίμονες προσευ­χές που ανεβαίνουν προς το Θεό, από καρδιές που αι­σθάνο­νται βαθειά την ζωτική σημασία αυτού που ζητάνε.

2ον. Οι προσευχές είναι ένα πιο συνηθισμένο σχήμα και αντανακλούν τις επιθυμίες, τις ανάγκες, τις καθημερινές ενασχολήσεις της καρδιάς.

3ον. Οι παρακλήσεις είναι πιο ενδόμυχες, πιο οικείες. Αυ­τές προέρχονται από μια προσωπική κοινωνία ενώ πλη­σιάζουμε το Θεό και του έχουμε εμπιστοσύνη. Ξανα­βρί­σκουμε αυτή την λέξη στο κεφάλαιο δ΄, 5 που σημαίνει «προσευχή».

4ον. Το τελευταίο σχήμα της προσευχής είναι οι ευχα­ρι­στίες, γιατί αυτός που απευθύνεται στο Θεό δια της πί­στεως, γνωρίζει ότι έχει τα πράγματα τα οποία ζήτησε.

   Αυτά τα αιτήματα που απευθύνονται στο Θεό αφο-ρούν όλους τους ανθρώπους. Κανείς δεν εξαιρείται. Βλέ­πουμε εδώ ποιό ρόλο το Ευαγγέλιο πρέπει να κατέχει στη λει­τουργία του οίκου του Θεού. Δεν είναι πράγματι, το πρώτο χαρακτηριστικό του Ευαγγελίου, που απευθύνεται σ’ όλους, δια του στόματος εκείνων που αποτελούν αυτόν τον οίκο και που τους αποστέλλει ο Κύριος γι’ αυτό το σκοπό; Όχι ότι είναι η Εκκλησία η ίδια που κάνει τον ευ­αγγελισμό. Ο Κύριος εμπιστεύθηκε αυτή την υπηρεσία στα χαρίσματα τα οποία Αυτός ανέδειξε, αλλά η  Εκκλησία συμμετέχει  δια  των προσευχών σε κάθε  πολύτιμο έργο που ο Θεός Σωτήρας  κάνει  στον  κόσμο  δια  του  Πνεύ­ματος του Αγίου.

     Τί μεγάλο πεδίο δραστηριότητος για τις ψυχές μας! Ολα τα σχήματα προσευχής χρησιμοποιούνται εδώ. Αν υπάρ­χουν κι’ άλλα πολλά καλά έργα, κάθε προσευχή που απευθύνεται στο Θεό για την σωτηρία των ψυχών είναι ένα από αυτά. Πόσες φορές την ημέρα προσευχόμαστε έχοντας μπροστά μας αυτό το σκοπό; Σε τί μέτρο πραγ­ματοποιούμε το «αδειαλείπτως προσεύχεσθε» όταν πρόκειται να προσευχόμαστε «υπέρ πάντων ανθρώ­πων»;  

     «Υπέρ βασιλέων και πάντων των όντων εν αξιώ­μασι» λέει ο απόστολος. Οι εξουσίες του κόσμου σπα­νίως αναφέρονται στις προσευχές της Εκκλησίας κι’ όμως τοποθετούνται εδώ στην πρώτη γραμμή όταν μας μιλά για όλους τους ανθρώπους. Πράγματι σ’ αυτές μήπως δεν οφείλουμε, με τη μεσολάβηση της θείας χάριτος, το ότι μπορούμε να διάγουμε μια ήσυχη και ατάραχη ζωή, στην οποία να μπορούμε να κάνουμε γνωστό στον κόσμο τι είναι «η ευσέβεια» προς το Θεό, και «η σεμνότητα», η τιμιότητα προς τους ανθρώπους, προτερήματα που δεν θα μπορέσουν ν’ αναπτυχθούν παρα μόνο σε μια ήρεμη ατμόσφαιρα; Στους καιρούς των διωγμών, αυτή η ήρεμη μαρτυρία είχε εμποδιστεί ή χαθεί. Η πίστη και η πιστό-τητα που μπορούν να φθάσουν μέχρι το θάνατο είχαν τε­θεί σε δοκιμασία με τους διωγμούς. Ο Θεός που κατευθύ­νει όπως Εκείνος θέλει το πνεύμα των ανθρώπων (ακόμα κι’ ανθρώπων που συχνά μπορεί να είναι όμοιοι με άγρια θηρία) μπορεί να αναστείλει ακόμα και τα πιο άθλια ένστι­κτά τους για να δώσει ειρήνη στο λαό Του και να ευνοήσει την φυσική επέκταση του Ευαγγελίου σε μια ατμόσφαιρα ηρεμίας.

     Είναι αξιοσημείωτο ότι η προτροπή να προσευχόμα­στε για εκείνους που κατέχουν αξιώματα γίνεται στους Χρι­στιανούς υπό την βασιλεία του Νέρωνα, του πιο άθλιου, του πιο σκληρού εχθρού των αγίων, κάτω από τη βασι­λεία του οποίου τόσοι μάρτυρες του Χριστού, και αυ­τός ακόμα ο Παύλος, υπέστησαν μαρτύρια. Δεν υπάρχει ούτε μια λέξη μομφής εναντίον αυτού του ανθρώπου που να εξέρχεται απ’ το στόμα του αποστόλου, ο οποίος ούτε τον ονομάζει. Δεν διαμαρτύρεται καθόλου εναντίον της βίας του, την οποία ο Θεός χρησιμοποίησε για να γεμίσει με βεβαιότητα τις καρδιές των αγαπημένων Του (Αποκαλ. β΄, 8-10) και να τους ενθαρρύνει με την ανταμοιβή του στε­φάνου της ζωής, φυλάσσοντάς τους, έστω και προς στιγ­μήν απ’ τους κινδύνους της κατάπτωσης.

     Δεν είναι μόνο με την προοπτική του να απολαύσουν την ειρήνη για τους εαυτούς τους ή για να κάνουν μαρτυ­ρία στον κόσμο της τάξης που βασιλεύει στον οίκο του Θεού, που οι πιστοί προτρέπονται να προσεύχονται για όλους τους ανθρώπους. Ο απόστολος προσθέτει: «Διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού». Είναι επίσης για να έχουν την επιδοκιμασία Του που οι άγιοι κάνουν αυτά τα αιτήματα. «Ο Σωτήρ ημών Θεός» το θέλει έτσι. Ο απόστολος δεν λέει: ο Θεός Σωτήρ. Αυτός είναι Εκείνος ο οποίος άρχισε να γίνεται γνωστός σε μάς σαν Σωτήρας, σ’ Αυτόν ανή­κουμε. Αυτός είναι μόνο για εμάς. Εχουμε λοιπόν την τόλμη να Του κάνουμε αυτά τα αιτήματα. Όταν Του ζητάμε τη σωτηρία του χειρότερου των αμαρτωλών γνωρίζουμε ότι ζητάμε ένα έργο ευάρεστο στο Θεό μας. Αυτός θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν. Δεν πρόκειται εδώ για τις βουλές Του και για απόφαση που έχει λάβει, αλλά για τις οδούς της αγάπης Του προς όλους τους ανθρώπους κάτω από το Ευαγγέλιο. Αυτός θέλει. Το έχουμε ήδη πεί: Το μόνο εμπόδιο στη σωτηρία όλων των ανθρώπων δεν είναι από την πλευρά του Θεού, αλλά προέρχεται, απ’ τον άνθρωπο, από ένα θέλημα με το οποίο αποκρούει απο­φασιστικά αυτό του Θεού και αντιτίθεται σ’ αυτό (Λουκ. ιγ΄, 34 – Ιωάν. ε΄, 40). Ο Θεός δεν θέλει μόνο να σωθούν όλοι οι άνθρωποι αλλά να έλθουν και σε επίγνωση της αλη­θείας. Το να γνωρίσουν την αλήθεια είναι να γνωρίσουν, συγχρόνως, το Χριστό, να γνωρίσουν τον Λόγο ο οποίος μας Τον αποκαλύπτει, να γνωρίσουν αυτό που ο Θεός είναι, να γνωρίσουν τί είμαστε εμείς. Αυτή η γνώση μας υποχρεώνει να ριφθούμε στην αγκαλιά Του σαν χαμένα δυστυχή όντα και να βρούμε σ’ Αυτόν την μόνη πηγη, να Τον βρούμε σαν Θεό Σωτήρα μας. Έτσι λοιπόν αυτή η αλήθεια ήταν κατά ένα μέτρο, γνωστή ήδη κάτω απ’ το νόμο ο οποίος διακηρύττει ένα μόνο Θεό. Σ’ αυτό Τον μόνο Θεό πρέπει να έλθει ο αμαρτωλός, αλλά πώς να έλ­θει σ’ Αυτόν; Ο αμαρτωλός άνθρωπος είναι ανίκανος να πλησιάσει το Θεό.  

     Εδώ  επεμβαίνει η χριστιανική  αλήθεια,  που διακη­ρύττει ότι υπάρχει μόνο  «ένας μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός». Αυτός ήλθε εδώ κάτω σαν άνθρωπος, για να κάνει το Θεό προσιτό σε όλους. Ο Ιώβ δήλωνε ότι αυτός ο μεσίτης δεν υπάρχει: «Δεν υπάρχει μεταξύ ημών, δια να βάλη την χείρα αυ­τού επ’ αμφοτέρους ημάς» (Ιώβ θ΄, 33). Αλλά πρέπει ο Ιώβ να μάθει, τουλάχιστον σαν τύπο, ότι αυτός ο μεσίτης υπάρχει: «Εάν είναι μηνυτής μετ’ αυτού, ή ερ­μηνευτής, είς μεταξύ χιλίων, δια να αναγγείλη προς τον άνθρω­πον την ευθύτητα αυτού, τότε θέλει είσθαι ίλεως εις αυτόν και θέλει ειπεί: Λύτρωσον αυτόν από του να καταβή εις τον λάκκον. Εγώ εύρηκα εξιλα­σμόν» (Ιώβ λγ΄, 23-24). Έτσι λοιπόν αυτός ο μεσίτης ήλθε στο πρό­σωπο του Χριστού, του ανθρώπου Χριστού Ιη­σού, που ανέλαβε την υπόθεση των αμαρτωλών και έγινε εξιλασμός δίνοντας τον εαυτό Του λύτρον για όλους.

     Αυτός ήταν ο μόνος που μπορούσε να εκπληρώσει τους απαιτούμενους όρους για να μας συμφιλιώσει με το Θεό, διότι 1ον. Έγινε άνθρωπος για να κάνει τον «ένα Θεό» προσιτό σε όλους. 2ον. Έγινε άνθρωπος για να δώ­σει ο ίδιος τον Εαυτό Του λύτρον για όλους, και είναι ο εξιλα­σμός. 3ον. Έδωσε την ζωή Του λύτρον αντί πολ­λών (Ματθ. κ΄, 28) και Αυτός είναι ο εξιλασμός. – Όσον αφορά στην εξιλέωση, αυτή έγινε για όλους. Όλοι μπο­ρούν  να πλησιάσουν το Θεό. Ο Χριστός έδωσε ένα λύ­τρο, ένα πλήρες ποσόν, ένα σύνολο, ίσο σε αριθμό και σε αξία με το χρέος που έπρεπε να πληρωθεί. Όλοι μπορούν να έλθουν και να επωφεληθούν απ’ αυτό. Ο Θεός δέχθηκε το λύτρον. Δεν χρειάζεται πλέον παρά να έλθει ο αμαρ­τωλός και να πιστεύσει. Όσον αφορά στην εξιλέωση, στην λύτρωση, αυτή είναι μερίδιο των πολλών οι οποίοι επίστευσαν. Σ’ αυτή την περίπτωση, το λύτρο θεωρείται ότι έχει πληρωθεί για κάθε πιστό ατομικά, πράγμα που τον αφομοιώνει με τον εξιλασμό και την αντικατάσταση.

     Αυτήν την αλήθεια (εδ.4), ο Θεός την είχε εμπιστευθεί στον απόστολο (εδ.7) τον οποίο ο Θεός είχε εγκαταστήσει γι’ αυτό. Στη συνέχεια αυτή η αλήθεια στηρίχθηκε και υποστηρίχθηκε από τη συμπεριφορά, τη διαγωγη της Εκ­κλησίας σ’ αυτό τον κόσμο (γ΄, 15). Είχε έλθει ο χρόνος για να δοθεί αυτή η μαρτυρία ανάμεσα στα έθνη και ο Παύλος είχε εγκατασταθεί σαν κήρυκας, απόστολος και διδάσκαλος για να διακηρύξει ότι αυτά τα πράγματα μπο­ρούσαν να γίνουν αποδεκτά δια της πίστεως κι’ ότι η αλή­θεια, (όλες οι σκέψεις του Θεού), είχε τώρα αποκαλυφθεί εν Χριστώ.

Εδάφια 8 – 15. – Θέλω λοιπόν να προσεύχωνται οι άν­δρες εν παντί τόπω, υψώνοντες καθαράς χείρας χω­ρίς οργής και δισταγμού. Ωσαύτως και αι γυναίκες, με στολήν σεμνήν, με αιδώ και σωφροσύνην να στολί­ζωσιν εαυτάς, ουχί με πλέγματα ή χρυσόν ή μαργαρί­τας ή ενδυμασίαν πολυτελή, αλλά το οποίον πρέπει εις γυναίκας, επαγγελο­μένας θεοσέβειαν, με έργα αγαθά. Η γυνή ας μανθάνη εν ησυχία μετά πάσης υποταγης, εις γυναίκα όμως δεν συγ­χωρώ να διδά­σκη, μηδέ να αυθεντεύη επί του ανδρός, αλλά να ησυχάζη. Διότι ο Αδάμ πρώτος επλάσθη, έπειτα η Εύα, και ο Αδάμ δεν ηπατήθη, αλλ’ η γυνή απατη­θείσα έγεινε παραβάτης, θέλει όμως σωθή δια της τε­κνογονίας εάν μείνωσιν εις την πίστιν και αγάπην και αγιασμόν μετά σωφροσύνης.

       Λέγοντας: «Θέλω λοιπόν», ο απόστολος επανέρχεται σ’ αυτό που είχε πει κατά ένα γενικό τρόπο στο πρώτο εδάφιο. Δεν ζητά πλέον «να κάνουν δεήσεις» αλλά προσδιορίζει ποιός πρέπει να τις κάνει, δηλαδή οι άν­δρες και όχι οι γυναίκες. Αυτές οι τελευταίες δεν μπορούν ν’ αναδεικνύονται έξω. Η στάση τους όμως είναι εντελώς διαφορετική. Αντίθετα η στάση των ανδρών είναι δημόσια. Η προσευχή δεν είναι η εξάσκηση ενός χαρίσματος, διότι πολλοί άνδρες δεν κατέχουν αυτό το χάρισμα και ο Θεός δεν θα τους συνιστούσε να το εξασκούν. Η προσευχή εί­ναι μια στάση και είναι η έκφραση μιας κατάστασης της ψυχής ενώπιον του Θεού, που μπορεί να εξασκείται παρουσία όλων, αλλά μόνο εκ μέρους των ανδρών. Αυτές οι λέξεις «εν παντί τόπω» δείχνουν ότι πρόκειται εδώ για προ­σευχές δημόσιες, και (όπως το θέμα αυτής της επιστολής είναι η θεία τάξη στον οίκο του Θεού, όπως αυτή ήταν ακόμα, στον καιρό των αποστόλων, στην αρχική της εκπλήρωση) ότι πρόκειται για προσευχές σ’ όλους τους τόπους οπουδήποτε αυτός ο οίκος συγκεντρώνεται. Είναι αυτονόητο ότι δεν είναι καθόλου θέμα εδώ για την οικία, το σπίτι, τη στέγη της οκογένειας διότι οι προσευχές του ανδρός όπως κι’ αυτές της γυναίκας έχουν εκεί μια πλήρη ελευθερία να εξασκούνται, ενώ η γυναίκα πρέπει να κρατά σ’ αυτό, όπως και σ’ όλα τα πράγματα τη θέση της εξάρ­τησης που ο Θεός της ώρισε απέναντι στον άνδρα της. Είναι αυτονόητο ακόμα, ότι μια τέτοια προδιαγραφή δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις «εκκλησίες» του σήμερα όπως ονομάζονται έτσι αυτές απ’ τους ανθρώπους, και όπου η «θέληση» του αποστόλου, όπως αυτή εκφράζεται εδώ, δεν θα ήταν ούτε ανεκτή ούτε ακόμα πιθανώς θα εκτελείτο.

        Ο απόστολος προσθέτει: υψώνοντες καθαράς χείρας χωρίς οργής και δισταγμού». Αυτά τα λόγια δείχνουν ότι υπάρχουν κάποιες καταστάσεις της ψυχής που είναι ασυμβίβαστες, ασύμφωνες με την προσευχή στον οίκο του Θεού, ο οποίος είναι η εκκλησία του Θεού του ζώντος. Η αγιότητα του Θεού δεν θα μπορούσε ν’ αποδεχθεί τέ­τοιες προσευχές, διότι ότιδήποτε είναι σε αντίθεση με την καθαρότητα, την ειρήνη και την πίστη μέσα στην καρδιά, κάνει κάποιον ακατάλληλο για προσευχή και δεν μπορεί να έχει ελεύθερη είσοδο μπροστά στο Θεό.

        Ο απόστολος έρχεται τώρα στον ρόλο των γυναικών στον οίκο του Θεού. Η ντροπαλότητα και η μετριοφρο­σύνη πρέπει να παρουσιάζονται σ’ αυτές με σεμνά ενδύ­ματα και όχι με πολυτελείς στολισμούς που ζητούν οι γυ­ναίκες του κόσμου. Αυτή η ένδυση κάνει ν’ αναγνωρίζεται αμέσως μια γυναίκα χριστιανή κι’ αυτή η μαρτυρία είναι διαφορετικά σημαντική από τα λόγια. Σ’ αυτή τη στάση, ας πούμε αρνητική, προστίθεται η ενεργητική μαρτυρία των «καλών έργων». Πάνω σ’ αυτό το τελευταίο θέμα ανα­φερόμαστε εκτενέστερα σ’ αυτό που λέγεται για το ίδιο θέμα στην μελέτη μας πάνω στην επιστολή προς Τίτον σελίδα 40. Ας περιοριστούμε να επαναλάβουμε ότι ένα καλό έργο μπορεί να γίνεται προς τον Χριστό, προς τους πιστούς δηλαδή τους αγίους ή προς όλους τους ανθρώ­πους κι’ ότι τα καλά έργα είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα του «νέου ανθρώπου», των μελών της οικογένειας του Θεού. Κάθε έργο που κάνει ένας άπιστος δεν είναι παρά ένα «νεκρό έργο» ή ένα «κακό έργο».

        Το σεμνό ένδυμα και τα καλά έργα λοιπόν αρμόζουν «εις γυναίκας επαγγελομένας θεοσέβειαν». Σ’ αυτό το σημείο αγγίζουμε μια απ’ τις πλευρές του μεγάλου θέμα­τος αυτής της επιστολής. Εδώ πρόκειται για την χριστια­νική ομολογία. Μόνο μέσα στην πρώτη επιστολή προς Τιμόθεον η χριστιανική ομολογία δεν χωρίζεται, όπως στην δεύτερη επιστολή, από την πραγματικότητα της θείας ζωής μέσα στην ψυχή. Η πραγμάτωση αυτής της ομολογίας πρέπει να φαίνεται στη γυναίκα με την ένδυσή της και τη δραστηριότητά της. Βρίσκουμε στην Α΄ Πέτρου γ΄, 1-6 έναν πίνακα και παρόμοιες προτροπές. Εδώ στο εδάφιο 11, βρίσκουμε άλλες συστάσεις που απευθύνονται στη πιστή χριστιανή γυναίκα, αυτή καλείται να κάνει προ­όδους στη γνώση του Λόγου του Θεού: «Η γυνή ας μαν­θάνη εν ησυχία μετά πάσης υποταγής». Πολλές πιστές χριστιανές γυναίκες παραβαίνουν σήμερα αυτή τη ρητή εντολή και πρότιμούν μια εξωτερική δραστηριότητα λίγο ή πολύ έντονη από τη σιωπηλή στάση μιας Μαρίας που κα­θόταν στα πόδια του Ιησού για να Τον ακούει. Η Μάρθα μιλούσε και ζητούσε να της απαντήσουν, η Μαρία μά­θαινε με πάσα υποταγή. Αχ! Πόσο λίγο πραγματοποιείται αυτό καθόσον το κακό που θα καταλήξει στην αποστασία του τέλους, κερδίζει και επεκτείνεται σαν μια λέπρα μέσα στον οίκο του Θεού! Χριστιανές γυναίκες «μιλούν εν πα­ντί τόπω», υπερηφανεύονται να διδάσκουν αντί να τα­πεινώ­νονται γι’ αυτό, επειδή πρόκειται για ένα ένοχο σφετερι­σμό και για μια σίγουρη παρακοή στην εντολή του Κυρίου. Για όποιον είναι υποταγμένος στο Λόγο του Θεού, αυτό είναι η πιο τρομερή παραβίαση από τη γυ­ναίκα της τά­ξεως που ορίζεται μέσα στον οίκο του Θεού. Δεν μιλάμε εδώ, αυτό είναι αυτονόητο, παρά μόνο για την πιστή χρι­στιανή γυναίκα, ή το λιγότερο για τη γυναίκα που ομολογεί ότι είναι χριστιανή και, επομένως, υπεύθυνη στο να υπο­τάσσεται στο Λόγο του Θεού. Όσον αφορά στη γυ­ναίκα του κόσμου, πώς να σκεφτούμε να την υποχρεώ­σουμε σ’ ένα θείο κανόνα τον οποίο αγνοεί και δεν μπορεί ν’ ακο­λουθήσει; Η γυναίκα πρέπει «να ησυχάζει μετά πάσης υποταγής», είναι το καθήκον της και η υποχρέ­ωσή της. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο απόστολος δίνει δυό αναντίρρη­τους λόγους. Ο πρώτος είναι τα πρωτεία του Αδάμ πάνω στην Εύα. Αυτός «επλάσθη πρώτος». Έπειτα ήλθε η γυναίκα, βγαλμένη απ’ αυτόν και φτιαγμένη σαν βοηθός που να του ταιριάζει, διότι, λέει Κύριος ο Θεός, «Δεν εί­ναι καλόν να είναι ο άνθρωπος μόνος». Έτσι  η γυ­ναίκα  έγινε οστούν  εκ των οστέων του και σάρκα εκ της σαρκός του Αδάμ.

        Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν είναι ο Αδάμ που απατή­θηκε αλλά η Εύα και αυτή έπεσε στην παράβαση. Αντί να είναι μια βοήθεια για τον άνδρα, αυτή υπήρξε το όργανο του Σατανά για να τον εξαπατήσει και να τον οδη­γήσει να παρακούσει.

        Αλλά, προσθέτει ο απόστολος, η γυνή (όχι οι πιστές γυ­ναίκες) θα σωθεί δια της τεκνογονίας. Υπάρχει γι’ αυτήν σωτηρία, αν και φέρει, στο έργο όπως και στους πόνους της τε­κνογονίας, μια μόνιμη επίπτωση του λάθους της. Όμως οι πόνοι της τεκνογονίας δεν είναι μια κρίση εφ’ όρου ζωής της γυναίκας. Φέροντας ένα παιδί στον κόσμο, αυτή η ζωή αντί να καταδικάζεται μάλλον διατηρείται. Υπάρ­χουν όμως θετικές υποσχέσεις για τις πιστές χριστιανές (γι’ αυτό και το «εάν μείνωσιν»), μια ζωή που μένει με υπομονή στην πίστη που προσβλέπει στις υποσχέσεις του Θεού, στην αγάπη που είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του Θεού και την αποδεικνύει με την πρακτική της ζωή, τέλος στην αγιότητα που είναι ο χωρισμός για το Θεό από κάθε ανάμιξη με το χαρακτήρα του κόσμου: μια ζωή που πα­ρουσιάζει τους πολύτιμους χαρακτήρες της σεμνότητας που περιγράφονται σ’ αυτήν την περικοπή, είναι μια εγγύ­ηση που δίνεται απ’ τον ίδιο το Θεό ότι η πιστή χριστιανή γυναίκα θα προφυλαχθεί απ’ τους κινδύνους του τοκετού. Εν τούτοις ας μην ξεχνάμε ότι αν οι χριστιανές δεν εμμέ­νουν σ’ αυτά τα πράγματα μπορεί να υπάρξει παιδεία απέναντί τους που τις στερεί από τα πλεονε­κτήματα που ο Θεός τους παραχωρεί εν όψει των κινδύ­νων της τεκνο­γονίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 

Εδάφια 1 – 7. – Πιστός ο λόγος, εάν τίς ορέγηται επι­σκο­πήν καλόν έργον επιθυμεί. Πρέπει λοιπόν ο επί­σκοπος να είναι άμεμπτος, μιας γυναικός ανήρ, άγρυπνος, σώφρων, κόσμιος, φιλόξενος, διδακτικός, ουχί μέθυσος, ουχί πλή­κτης, ουχί αισχροκερδής, αλλ’ επιεικής, άμαχος, αφυλάρ­γυρος, κυβερνών καλώς τον εαυτού οίκον έχων τα τέκνα αυτού εις υποταγην μετά πάσης σεμνότητος, διότι εάν τίς δεν εξεύρη να κυβερνά τον εαυτού οίκον, πώς θέλει να επιμεληθεί την εκκλησίαν του Θεού; Να μήν είναι νεοκατή­χητος, δια να μή υπερηφανευθή και πέση εις την καταδί­κην του διαβόλου. Πρέπει δε αυτός να έχη παρά των έξω-θεν μαρτυρίαν καλήν, δια να μή πέση εις ονειδισμόν και παγίδα του διαβόλου.

    Ενώ το κεφάλαιο β΄ ερμήνευε κατά γενικό τρόπο τη συ­μπεριφορά ανδρών και γυναικών στον οίκο του Θεού, το κεφάλαιο γ΄ που μελετάμε μπαίνει στις λεπτομέρειες ορ­γάνωσης αυτού του οίκου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Τιμόθεος δεν είχε, όπως ο Τίτος, ειδική αποστολή να εγκαταστήσει πρεσβυτέρους, αλλά ώφειλε να αγρυπνεί πάνω στην τάξη και πάνω στη διδασκαλία. Έτσι η διδα­σκαλία είχε να κάνει μ’ όλη τη συμπεριφορά εκείνων που αποτελούσαν τον οίκο. Ο απόστολος δεν διδάσκει κατ’ αρχήν πώς αυτός, ο Τιμόθεος οφείλει να συμπεριφέρεται, αλλά πώς πρέπει (Α Τιμ. γ΄, 15) τα διάφορα μέλη που αποτελούν τον οίκο του Θεού να συμπεριφέρονται, συμπεριλαμβανομένου και του Τιμόθεου, όντος μέλους και έχοντος, όπως θα το δούμε, ένα χάρισμα, κάποια κα-θήκοντα και κάποιες ευθύνες σ’ αυτό το χώρο.

    Πάνω στο θέμα του εδαφίου 1, «πιστός ο λόγος» έχουμε γράψει εκτεταμένα στην μελέτη μας πάνω στην επιστολή προς Τίτον. Χωρίς αντίρρηση αυτός που επιθυ­μεί να γίνει ένας επιβλέπων στον οίκο του Θεού, «επιθυ­μεί ένα καλόν έργον» (εδ. 1). Ο επι­βλέπων ή επίσκοπος είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος όπως ο πρεσβύτερος. Στις Πράξεις κ΄, στην ίδια αυτή εκ­κλησία της Εφέσου, όπου ο απόστολος άφηνε τον Τιμό­θεο στην επιστολή μας, αυτός ο ίδιος απόστολος συγκαλεί τους «πρεσβυτέρους» και τους αποκαλεί «επισκόπους» στο εδάφιο 28. Εδώ αυτός που «ορέγηται επισκοπήν, καλόν έργον επιθυ­μεί», ένα έργο που έχει την επιδοκι­μασία του Θεού, ένα έργο που γίνεται για το Θεό και για το Χριστό, και επιτελεί­ται προς το συμφέρον των αγίων (1). Εν τούτοις αυτό το έργο δεν έχει αυτόν το χαρακτήρα παρά όταν συμβαδίζει με τα προτερήματα που αναφέρονται εδώ. Μπορεί κά-ποιος  να επιθυμεί αυτή τη θέση από φι­λοδοξία, από υπε-ρηφάνεια, όπως το βλέ­πουμε σ’ αυτή την περικοπή και σ’ αυτή την περίπτωση αυτή η «όρεξη» που δεν έχει σαν σκοπό παρά την ικανο­ποίηση της σάρ­κας, θα ήταν όχι ένα καλόν έργον αλλά ένα κακό.

     Στην «Μελέτη πάνω στην επιστολή προς Τίτον» σε­λίδα 24, σημειώσαμε ότι η επιστολή προς Τιμόθεον ανα­φέρει 14 προτερήματα που απαιτούνται για τον πρε­σβύ­τερο ή τον επιβλέποντα. Αυτός ο αριθμός 14, αριθμός δι­πλής πληρότητας ή τελειότητας, μοιάζει να επιμένει δι­πλά πάνω στα ηθικά προσόντα που απαιτούνται για τον πρε­σβύτερο όταν ο οίκος του Θεού βρίσκεται σε τάξη. Ο απόστολος θα επανέλθει αργότερα (ε΄,17) πάνω σε με­ρικά συμπληρωματικά προσόντα του πρεσβυτέρου, τα οποία επίσης αναφέρονται στον Τίτο (α΄, 9).

     Εδώ η λέξη «άμεμπτος» είναι, όπως και στον Τίτο επικε­φαλής αυτού του καταλόγου, γιατί συνοψίζει όλα τα άλλα προτερήματα. Βέπουμε στη συνέχεια «μιας γυναι­κός ανήρ» που στον Τίτο δεν αναφέρεται. Αυτή η φράση κά­νει αναφορά στη συνήθεια να παίρνουν πολλές γυναί­κες, την οποία είχαν πάρει από τους ειδωλολάτρες  και η πράξη αυτή εκρίνετο με  επιείκεια από τον νόμο του Μω­ησέως, δεν ετιμωρείτο από το θείο νόμο, αλλ’ η οποία εάν δεν εμπόδιζε να εισέλθει στην Εκ­κλησία ένας νεοκατήχη­τος, τουλάχιστον τον απέρριπτε μ’ ένα απόλυτο τρόπο από την διοίκηση αυτού του οίκου. Η ταραχή που προκα­λείτο στη συμπεριφορά της οικογένειας από την παρουσία δύο γυναικών αναφέρεται συχνά μέσα στις Γραφές, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε αυτήν την απαγόρευση. Για τα άλλα προτερήματα που πρέπει να κατέχει ο πρεσβύτε­ρος, ο αναγνώστης μπορεί να δια­βάσει στην μελέτη της επιστολής προς Τίτον σελίδες 19-29. Η επιστολή προς Τιμόθεον δίνει ιδιαίτερο βάρος στο γεγονός ότι ο επιβλέ­πων ώφειλε να «κυβερνά καλώς τον εαυτού οίκον» και να έχει «τα τέκνα αυτού εις υποτα­γην», έπειτα προσθέ­τει: «Διότι εάν τίς δεν εξεύρει να κυβερνά τον εαυτού οίκον, πώς θέλει επιμεληθεί την εκκλησίαν του Θεού;» Μπροστά σ’αυτή τη σεβαστή προσπάθεια: των φροντίδων που πρέπει να δώσουμε στην Εκκλησία του Θεού, τί είναι ο δικός μου οίκος; Αλλ’ εάν σ’ αυτή την τε­λευταία περίπτωση, και σ’ αυτό το μικρό και περιορισμένο πεδίο δεν μπόρεσα  να  δείξω τις ικανό­τητές μου  σαν διαχειριστού πώς θα τις έδειχνα στην πρώτη. Αυτά τα εδάφια δείχνουν συγχρόνως την απέραντη σημασία που έχει για το Θεό ο οίκος Του εδώ κάτω. Αυτός ο οίκος είναι η μαρτυρία όλων των χριστιανικών αρετών μπροστά σ’ ένα κόσμο που τις αγνοεί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φέρει στο φώς την τάξη, την πειθαρχία, την εξάρτηση, την υποταγή, την υπακοή, την ταπείνωση αλλά πρώτα απ’ όλα την θεία αλήθεια. 

     Πρέπει λοιπόν ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος να έχει πρώτα την οικογένειά του στην υποταγή του Κυρίου. Και πόση αμέλεια απ’ αυτές τις στοιχειώδεις αρχές του Λόγου του Θεού δεν βλέπουμε εκεί όπου, αντίθετα με τον Λόγο, οι πρεσβύτεροι εγκαθίστανται από τη συνέλευση. Συμβαί­νει, ανάμεσα σε άλλες πράξεις παρακοής, να εκλέγονται σαν πρεσβύτεροι άνθρωποι που δεν είναι παντρεμένοι ή άνθρωποι χωρίς παιδιά, οι οποίοι επομένως δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία ν’ αποδείξουν ότι τους εμπιστεύθηκε ο Θεός αυτό το καθήκον!

        Ο απόστολος προσθέτει δύο χαρακτηριστικά απαραί­τητα στον επιβλέποντα, και τα οποία, αν δεν υπήρχαν, θα υπήρχε κίνδυνος να εισαχθούν, πράγμα τρομερό, στοιχεία σατανικά στον οίκο του Θεού.

       1ον. Ο επιβλέπων δεν πρέπει να είναι «νεοκατήχη­τος» δηλαδή να έχει λίγο καιρό που έχει πιστεύσει. Σ’ αυτή την κατάσταση δεν είχε αρκετά την ευκαιρία να εξα­σκήσει ενώπιον του Θεού την κρίση επί του εαυτού του, και δεν έχει έτσι την εμπειρία του τί μπορεί να κάνει η σάρκα στον πιστό χριστιανό, για να μήν υπερηφανευθεί από την εξαί­χουσα θέση που κατέχει μέσα στον οίκο του Θεού. Έτσι η υπερηφάνεια είναι η αμαρτία του διαβό­λου, ο οποίος εκτίμησε σαν αντικείμενο θαυμασμού το να είναι ίσος προς τον Θεό και υποχρέωσε τον άνθρωπο στον ίδιο δρόμο, κι’ αυτό υπήρξε η πτώση του.

        2ον. Υπάρχει όμως κι’ ένας δεύτερος κίνδυνος για τον επιβλέποντα. Αυτός είναι να μήν έχει «παρά των έξωθεν καλήν μαρτυρίαν». Δεν είναι αρκετό το να περιβάλλεται με εκτίμηση και αγάπη απ’ τους αδελφούς του. Πρέπει ο κόσμος, που είναι συνηθισμένος να κακολογεί τους πι­στούς χριστιανούς σαν ανθρώπους που κάνουν κακό, να εκπλήσσεται στην παρουσία της καλής τους συνείδησης και καλής τους συμπεριφοράς και να βρίσκεται υποχρεω­μένος, παρά το μίσος του, να τους αποδίδει καλή μαρτυ­ρία.

        Παρά τα προτερήματα που απαριθμούνται εν πρώ-τοις, βλέπουμε λοιπόν ότι ο πρεσβύτερος δεν μπορεί να επιλέ­γεται μεταξύ εκείνων που πίστευσαν τελευταίως και θα πρέπει να έχει μια καλή μαρτυρία εκ μέρους του κό­σμου γιατί διαφορετικά θα έπεφτε στην παγίδα του δια­βόλου που είναι να σπείρει τον ονειδισμό για το όνομα του Χρι­στού, υποτιμώντας Τον εξ’ αιτίας της πραγματικής ή υπο­θετικής συμπεριφοράς των ιδικών Του (παράβαλε Β΄ Τιμ. β΄, 26), η οποία δεν συνοδεύεται από μια καλή συ­νεί­δηση.

Εδάφια 8 – 13 – Οι διάκονοι ωσαύτως πρέπει να είναι σε­μνοί, ουχί δίγλωσσοι, ουχί δεδομένοι εις οίνον πο-λύν, ουχί αισχροκερδείς, έχοντες το μυστήριον της πίστεως μετά καθαράς συνειδήσεως. Και ούτοι δε ας δοκιμάζονται πρώτον, έπειτα ας γίνονται διάκονοι, εάν είναι άμεμπτοι. Αι γυναίκες ωσαύτως σεμναί, ουχί κατάλαλοι, εγκρατείς, πι­σταί κατά πάντα. Οι διάκονοι ας είναι μιας γυναικός άν­δρες, κυβερνώντες καλώς τα τέκνα αυτών και τους οίκους αυτών. Διότι οι καλώς διακονήσαντες αποκτώσιν εις εαυ­τούς βαθμόν καλόν και πολλήν παρρησίαν εις την πίστιν την εις τον Χρι­στόν.

     Είναι άξιο παρατηρήσεως ότι στην επιστολή προς Τί­τον εκπρόσωπος του αποστόλου που να εγκαθιστά πρε­σβυ­τέρους, δεν μας αναφέρεται καθόλου για υπηρέτες της εκκλησίας ή διακόνους. Ο λόγος είναι απλός. Στις Πράξεις ς΄ βλέπουμε οι υπηρέτες να εκλέγονται όχι από έναν εκ­πρόσωπο των αποστόλων, αλλ’ απ’ τους αδελ­φούς και στη συνέχεια να εγκαθίστανται από τους δώ­δεκα. Επο­μένως λοιπόν δεν επανήρχοντο στην εντολή που ήταν εμπιστευμένη στον Τίτο. Στην Α΄ Επιστολή προς Τιμόθεο πρόκειται, όχι τόσο για την εγκατάσταση πρεσβυ­τέρων αλλά για προτερήματα που έπρεπε να έχουν αυτοί που εκπληρώνουν υπηρεσίες μέσα στον οίκο του Θεού, επί­σης υπηρέτες και υπηρέτριες ή διακόνισσες να βρί­σκουν εκεί τη θέση τους.

     Αυτά τα προτερήματα ή ιδιότητες έχουν να κάνουν με την ηθική τους συμπεριφορά. Οι υπηρέτες πρέπει να είναι σεμνοί. Ο υπηρέτης πρέπει να είναι γνωστός ότι εκπρο­σωπεί, στην υπηρεσία του, τον οφειλόμενο σεβασμό στον Κύριό του και να έχει ο ίδιος την ευθύνη γι’ αυτό. Δεν πρέπει να είναι δίγλωσσος διότι αποτελεί μέρος ενός συ­νόλου προορισμένου να μαρτυρήσει την αλήθεια και να την υποστηρίξει. Δεν πρέπει να του αρέσει ο οίνος που θα τον έκανε να χάσει την απαιτούμενη προσοχή που πρέπει ν’ αφιερώνει στην υπηρεσία του. Δεν πρέπει να είναι πα­ραδομένος στο κέρδος δηλαδή αισχροκερδής διότι είναι ντροπή να μετατρέπεις το έργο του Κυρίου σε μέσον ώστε να κερδίζεις χρήματα. Τέλος ωφείλει να φυλάξει το «μυ­στήριο της πίστεως μετά καθαράς συνειδήσεως».

    ‘Ενα «μυστήριο» είναι πάντοτε ένα πράγμα άλλοτε κρυμμένο τώρα όμως αποκαλυμμένο. Το μυστήριο της πίστεως είναι το σύνολο των αληθειών που αποτελούν το χριστιανισμό, κι’ αυτές οι αλήθειες ήλθαν πλήρως στο φώς με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. ‘Ολες οι αλήθειες σχετικά με την ουράνια θέση του χριστιανού, που αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά στη Μαρία από τα Μάγδαλα, όλες οι αλήθειες που εξαρτώνται από ένα Χρι­στό ένδοξο και καθισμένο στα δεξιά του Θεού, αλήθειες εμπιστευμένες στον Παύλο που αφορούν την Εκκλησία, η ένωσή της σ’ ένα σώμα με τον Χριστό, την ένδοξη κεφαλή της στον ουρανό, η εξοχότητά της ως Νύμφης του Χρι­στού και η ελπίδα της έλευσης του Κυρίου, όλες αυτές οι αλήθειες κι’ άλλες ακόμα, αποτελούν «το μυστήριο της πίστεως».

     Πόσο οι χριστιανοί που κατέχουν θα λέγαμε χαμηλές θέσεις στον οίκο του Θεού, είναι μακρυά απ’ αυτό που απαιτείται εδώ απ’ τους υπηρέτες (ή διακόνους) στην εκ­κλησία! Δεν συνέβαινε το ίδιο με τον Στέφανο, ούτε με τον Φίλιππο, οι οποίοι ήταν μεταξύ των «επτά» επιλεγμένων για την υπηρεσία από τους αδελφούς της Ιερουσαλήμ (Πράξεις ς΄). Και οι δύο ήταν «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας» στην υπηρεσία τους και είχαν μεγάλη τόλμη στη πίστη εν Χριστώ Ιησού. Ο πρώτος κάνοντας μαρτυρία όλης της διδασκαλίας που είχε δοθεί απ’ το Αγιο Πνεύμα που είχε έλθει απ’ τον ουρανό, ο δεύτερος αναγγέλοντας δυνατά στον κόσμο το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Έτσι το κήρυγμα του συνόλου της θείας Αποκάλυψης δόθηκε σε δύο υπηρέτες οι οποίοι είχαν δοκιμαστεί σε ταπεινές υπη­ρεσίες που τους ήταν εμπιστευμένες.

     Δεν είναι μόνο η γνώση των ουράνιων αληθειών και του μυστηρίου της Εκκλησίας που τους ζητείται, αλλά θα πρέπει αυτά να τα φυλάξουν μέσα «σε καθαρή συνεί­δηση». Θα πρέπει μια άμεμπτη κατάσταση ενώπιον του Θεού ν’ ανταποκρίνεται σε αυτή τη γνώση και να μην είναι μια υπόθεση εξυπνάδας αλλά να είναι αχώριστη με μια εξασκημένη μπροστά στο Θεό συνείδηση. Χρειάζεται μια ηθική κατάσταση που να συστήνει την αλήθεια την οποία παρουσιάζουμε.

     Οι υπηρέτες, όπως και οι επιβλέποντες έπρεπε πρώτα «να δοκιμάζονται». Δεν πρόκειται εδώ, νομίζω, για κά­ποια περίοδο εκμαθήσεως μετά την οποία οι διάκονοι ή οι πρεσβύτεροι θα μπορούσαν να παυθούν, αλλά για μια δοκιμασία, μια λεπτομερή και πρακτική έρευνα τη στιγμή που αυτοί εισέρχονται στην υπηρεσία τους, ώστε όλα τα προσόντα που έχουν αποκτήσει ν’ αναγνωριστούν ότι συμπίπτουν με τον πίνακα που ο Λόγος του Θεού μας δίνει εδώ για τις υπηρεσίες μέσα στον οίκο του Θεού. Μετά από αυτήν την έρευνα οι υπηρέτες μπορούσαν να εισέλθουν στην υπηρεσία τους.

     Ο απόστολος στη συνέχεια περνά στα χαρακτηριστικά που ώφειλαν να έχουν οι γυναίκες. Δεν λέει εδώ αι γυ­ναίκες τους, διότι αφ’ ενός όλες οι γυναίκες των «διακό­νων» μπορούσαν να μην είναι «διακόνισσες» αφ’ ετέρου περιλαμβάνει επίσης, ίσως κάτω απ’ αυτή την ονομασία, τις γυναίκες των πρεσβυτέρων ή διακόνων. Συγκριτικά τους ζητούνται ελάχιστα πράγματα αλλά πρόκειται για πράγματα στα οποία η γυναίκα θα ήταν, περισσότερο από άλλους, σε κίνδυνο να πέσει. Η σεμνότητά τους θ’ άπρεπε να συμφωνεί μ’ αυτή του συζύγου τους. Πόσο συχνά η ασυμφωνία μεταξύ ανδρός και γυναικός, όσον αφορά στη σοβαρότητα που έχουν στην καθημερινή ζωή, έχει βλάψει τη μαρτυρία που ώφειλαν να κάνουν!

     Η «καταλαλιά» ή κακολογία σχετικά με τις γυναίκες εί­ναι το αποτέλεσμα της τάσης τους σε μια μάταιη φλυαρία αλλά μπορεί να εξαρτάται επίσης απ’ το γεγονός ότι είναι ίσως παρούσες σε εμπιστευτικές συνομιλίες των συζύγων τους. Δεν γνωρίζουν να συγκρατούν το στόμα τους, πράγμα που είναι διπλά απαραίτητο σε μια υπηρεσία που μοιράζονται μαζύ με το σύζυγό τους. Η σεμνότητα μπορεί να έχει σχέση ακόμα και με φαγητά και με κάποια λαιμαρ-γία της γυναίκας αλλά περισσότερο με την εγκράτεια που την εμποδίζει να επιδίδεται στο να εντυπωσιάζει. Τέλος «οι διακόνισες» πρέπει να είναι «πιστές κατά πάντα», πρέπει να δείχνουν στην υπηρεσία τους μια αυστηρή πι­στότητα, να μην επωφελούνται για τους εαυτούς τους και να μην συμφεροντολογούν.

     Αφού μίλησε για τις γυναίκες, ο απόστολος επανέρχε­ται στους υπηρέτες και στις σχέσεις τους με την οικογένειά τους. Το καθήκον τους στο εσωτερικό του σπιτιού είναι το ίδιο μ’ αυτό των πρεσβυτέρων ή των επιβλεπόντων. Πρέ­πει η τάξη του οίκου του Θεού να παρουσιάζεται στο στενό περιβάλλον της κατοικίας μας. Όσο κι’ αν είναι δευ­τερεύουσα φαινομενικά η υπηρεσία του διακόνου, έχει μια μεγάλη σημασία στη μαρτυρία. Βλέπουμε στις Πράξεις ς΄, την αξία που έδιναν οι απόστολοι σ’ αυτή την υπηρεσία. Έπρεπε αυτοί οι άνδρες να έχουν μια «καλή μαρτυρία» και να είναι «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας». Έτσι θα είναι υπηρέτες όπως ήταν ο Στέφανος και ο Φί­λιππος. Εάν υπηρετούν καλά «αποκτούν εις εαυτούς βαθμόν καλόν (μ’ άλλα λόγια ανεβαίνουν στην πίστη) και πολλήν παρρησίαν (τόλμη)  εις την πίστιν την εις τον Ιησούν Χριστόν.

Εδάφια 14 – 16 – Ταύτα σοι γράφω, ελπίζων να έλθω προς σέ ταχύτερον, αλλ’ εάν βραδύνω, δια να εξεύ­ρεις πώς πρέπει να πολιτεύησαι εν τω οίκω του Θεού, όστις είναι η εκκλησία του Θεού του ζώντος, ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας. Και αναντιρρήτως το μυστήριον της ευσεβείας είναι μέγα. Ο Θεός εφανε­ρώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, εφάνη εις αγ­γέλους, εκηρύχθη εις τα έθνη, επιστεύθη εις τον κό­σμον, ανελήφθη εν δόξη.

      Αφού έδειξε ποιός πρέπει να είναι ο ηθικός χαρακτή­ρας και ποιά η συμπεριφορά των επιβλεπόντων των δια­κόνων ή υπηρετών και των διακονισσών ή υπηρετριών στον οίκο του Θεού - μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον του οποίου, απ’ αρχής, οι αρχές είναι αντίθετες με αυτές του κόσμου, σ’ αυτό το πεδίο της πίστεως και της χριστιανικής ομολογίας του οποίου οι κάτοικοι καλούνται να εκδηλώ­νουν μπροστά στον κόσμο μια ωραία ηθική τάξη σύμ­φωνη με τον Θεό - αφού λέγω εξέθεσε αυτά τα πράγματα, η σκέψη του από­στολου επανέρχεται στο αγαπητό του τέκνο Τιμόθεο. Αν και ο Τιμόθεος καλείται να επιβλέπει την τάξη του οίκου του Θεού μέχρι την επιστροφή του αποστόλου κι’ ανά­μεσα σ’ όλους εκείνους που καλούνται να παρατηρούν αυτή την τάξη, πρέπει να ξέρει κι’ ο ίδιος επίσης πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται σ’ αυτόν τον οίκο, και ποιό ρόλο πρέπει να κρατά σ’ αυτόν.

     Έτσι το κεφάλαιο δ΄, που θ’ ακολουθήσει, θα μας πα­ρουσιάσει την ατομική, την προσωπική συμπεριφορά του Τιμόθεου.

     Υπήρξε κάποια στιγμή, που περιγράφεται στα πρώτα κεφάλαια των Πράξεων, όπου στην συνέχεια της εκχύ­σεως του Αγίου Πνεύματος την Πεντηκοστή, δεν υπήρξε διαφορά μεταξύ των υλικών που ο Θεός έκτιζε τον οίκο Του, κι’ αυτών με τα οποία τον έκτιζε ο άνθρωπος, έχο­ντας εμπιστευθεί ο Θεός αυτά τα υλικά στην ευθύνη του ανθρώπου, είτε επρόκειτο για πρόσωπα είτε για διδασκα­λίες. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν μικρής διάρκειας. Στην αρχή η ζωντανή πίστη και η ομολογία ήταν αχώρι­στες. Όλα τα μέλη της χριστιανικής οικογένειας είχαν με­ρίδιο στα προνόμια του οίκου του Θεού, στην εκκλησία του Θεού του ζώντος. Αλλά μόλις την εμπιστεύθηκε αυτήν ο Θεός στην ευθύνη εκείνων που ήταν μέλη της, η κατά­πτωση άρχισε και διεφθάρη με χίλιους τρόπους. Τα πα­ραδείγματα Ανανίας και Σαπφείρα που εψεύσθησαν στο Άγιο Πνεύμα που κατοικεί σ’ αυτόν τον οίκο, στη συνέχεια οι γογγυσμοί, τα παράπονα οι διαιρέσεις, οι αιρέσεις, η ακαθαρσία, ο νομικισμός, οι κακές διδασκαλίες υπήρξαν τα στοιχεία αυτής της κατάπτωσης. Αργότερα ήλθαν και «οι λύκοι οι βαρείς», οι «πονηρές διδασκαλίες» και βαθμιαία, ακόμα και από τους καιρούς των αποστόλων, η κατάσταση που αναφέρεται στην Β΄ Επιστολή προς Τιμό-θεον, στην επιστολή Ιούδα και στην Β΄ Πέτρου, είναι η κα­τάσταση που βλέπουμε στις μέρες μας σήμερα, μόνον πολύ περισσότερο ανεπτυγμένη και η οποία θα καταλήξει στην τελική αποστασία κάτω από το σχήμα της «μεγάλης πόρνης» της Αποκαλύψεως.

    Στην Α΄ Τιμόθεο και Τίτο, η δύναμη για να πολεμή-σουμε το κακό, όπως και η χριστιανική πιστότητα, βρί­σκονται ακόμα εκεί, στο μεγάλο αριθμό και εκείνοι που αντιτίθενται στην υγιαίνουσα διδασκαλία μέσα στην εκ­κλησία δεν είναι παρά «τινές», ολίγοι (Α΄ Τιμ. α΄, 3 – δ΄, 1). Ο απόστολος μπορεί να διδάξει τον πιστό μαθητή του «πώς πρέπει να πολιτεύεται, (δηλαδή πώς να συμπε­ριφέρεται) στον οίκο του Θεού». Αυτή η φράση χαρα­κτηρίζει όλο το περιεχόμενο της πρώτης επιστολής προς Τιμόθεον.

    Παρ’ όλαυτά δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι, επειδή το κακό κατέκλεισε τα πάντα και ο οίκος του Θεού έγινε «μια μεγάλη οικία» (Β΄ Τιμ. β΄,20), ο χριστιανός δεν μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό που ο «οίκος του Θεού, ο οποίος είναι η εκκλησία του Θεού του ζώ­ντος» πρέπει να είναι, παρά την γενική εγκατάλειψη της αλήθειας που την χαρακτηρίζει σήμερα. Η βουλή του Θεού είναι αναλ­λοίωτη: αυτά τα οποία έταξε θα τα πραγ­ματοποιήσει οπωσδήποτε. Ποιός θα  μπορέσει να κατα­στρέψει την ενότητα της Εκκλησίας που είναι σώμα του Χριστού; Ποιός θα μπορέσει να εμποδίσει την Εκκλησία να είναι η Νύμφη του Χριστού; Εάν η ενότητα της Εκκλη­σίας δεν είναι πλέον ορατή σ’ αυτόν τον κόσμο, μπορεί να γίνεται αυτή φανερή με δύο ή τρείς συγκεντρωμένους στην Τρά­πεζα του Κυρίου. Εάν η Εκκλησία, σαν Νύμφη του Χρι­στού απίστησε σ’ Αυτόν, αυτοί οι δύο ή τρείς μπο­ρούν να πραγματοποιούν δια της πίστεως αυτό το εδάφιο: «Το Πνεύμα και η Νύμφη λέγουσιν: Ελθέ!» Εάν η Εκ­κλησία, κατοικητήριον του Θεού δια του Πνεύματος, κα­ταρρακώ­θηκε, μερικοί μπορούν να πραγματοποιούν την ορθή τάξη της, όπως ο Θεός την θέσπισε, και να συνεχί­ζουν να κά­νουν μαρτυρία της αλήθειας της οποίας αυτή είναι ο στύ­λος και το εδραίωμα.

     Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι προτροπές που περιλαμβά­νονται εδώ είναι το ίδιο πραγματοποιήσιμες όπως και στις πιο  όμορφες ημέρες της Εκκλησίας. Ας επιμεληθούμε, ας εφαρμόσουμε λοιπόν σοβαρά το περιεχόμενό τους. Ας απαντήσουμε στην ευχή του αποστόλου ο οποίος επιθυ­μεί να γνωρίζουμε πώς πρέπει να συμπεριφερόμεθα σ’ αυτόν τον οίκο. Με την χάρη του Θεού, αυτός ο οίκος υπάρχει, το Πνεύμα κατοικεί εκεί, η Αλήθεια βρίσκεται εκεί, ο Λόγος του Θεού κηρύττεται εκεί, αυτοί που κατέ­χουν αυτές τις αλήθειες είναι μακάριοι, και δοκιμάζουν  τί είναι να έχουν τη δύναμη του Θεού ως βοήθεια ανάμεσα στην άπειρη αδυναμία τους. Ας αποστρέψουμε τα βλέμ-ματά μας απ’ αυτό που έκανε ο άνθρωπος αυτόν τον οίκο, ας τον θαυμάσουμε με τα μάτια του Θεού, ας δούμε πώς θα εγκαταστήσει την Εκκλησία όταν όλες οι βουλές Του που την αφορούν θα πραγματοποιηθούν.

     Μαθαίνουμε από το Λόγο του Θεού πώς οφείλουμε να συμπεριφερόμεθα μέσα εκεί. Ας ακολουθήσουμε λεπτο­μερώς, ενσυνείδητα καθεμιά απ’ αυτές τις οδηγίες και ακόμα κι’ όταν θα είμαστε δύο ή τρείς που θα τις βάζουμε σε πρακτική, θα παραμένουμε και τότε, όμοιοι με την Φι­λαδέλφεια, την μαρτυρία μπροστά στον κόσμο, για το τί είναι αυτός ο οίκος.

     Αυτός είναι «ο οίκος του Θεού». Ο οίκος του Θεού είναι κτισμένος και εδραιωμένος εδώ κάτω, διότι εδώ δεν μας μιλάει, όπως το είπαμε και στην αρχή, για το σώμα του Χριστού και για την ουράνια θέση της Εκκλησίας ενω­μένη με την ένδοξη Κεφαλή της στον ουρανό. Ο οίκος του Θεού έχει θεσπιστεί ώστε ο κόσμος που είναι γύρω του να μα­θαίνει τί είναι ο Θεός, βλέποντας αυτόν τον οργανισμό να λειτουργεί φυσιολογικά σύμφωνα με τις σκέψεις του Θεού.

     Αυτός ο οίκος είναι «η Εκκλησία του Θεού του ζώ­ντος». Σ’ αυτή την εκκλησία που είναι σχηματισμένη από ζωντανούς λίθους, ο Υιός του Θεού του ζώντος είναι «ο ακρογωνιαίος λίθος» της. Εκεί μέσα ενεργεί η δύναμη της θείας ζωής δια του Αγίου Πνεύματος, εκεί Αυτό κατοι­κεί. Ο Χριστός που έκτισε αυτή την εκκλησία το έκανε δυ­νάμει της αναστάσεώς Του εκ των νεκρών, σαν Υιός του ζώντος Θεού.

    Αυτή είναι «ο στύλος και το εδραίωμα της αληθεί-ας». Αυτός ο οίκος πρέπει να κάνει μια δημόσια μαρτυ­ρία μπροστά στον κόσμο. Αυτή η μαρτυρία είναι η αλή­θεια, όχι μερικές πλευρές της αλήθειας, αλλά ολόκληρη η αλή­θεια. Έτσι λοιπόν τα δύο πράγματα, η παρουσία του Θεού του ζώντος, στο πρόσωπο του Χριστού, δια του Αγίου Πνεύματος, και η αλήθεια είναι αυτό που την χαρα­κτηρίζει. Ας σημειώσουμε ακόμα μια φορά ότι γι’ αυτή την Εκκλη­σία, έτσι όπως ο Θεός την εγκαθίδρυσε εδώ κάτω, για να κάνει μαρτυρία μπροστά στον κόσμο, μας μιλάει εδώ και όχι για την διεφθαρμένη και παραμορφωμένη Εκ­κλησία όπως την κατήντησε ο άνθρωπος. Ο Θεός έδωσε αυτή την αποστολή στην Εκκλησία Του κι’ αυτή η απο­στολή εξακολουθεί να υπάρχει. Θέλει, μέσω αυτής, να κά­νει γνωστές τις σκέψεις Του στον κόσμο. Αυτός ο οίκος είναι λοιπόν ο τόπος όπου διακηρύσσεται η αλήθεια και όπου κρατείται «η ομολογία» της και πουθενά αλλού.

    Οτιδήποτε έκανε ο εχθρός για να σβύσει την αλήθεια δεν χρησιμεύει παρά για να την βγάλει πιό πολύ στο φώς. Η αλήθεια είναι η σκέψη του Θεού πάνω σ’ όλα τα πράγ­ματα, πάνω σ’ ότι είναι Αυτός ο Ίδιος, στο τί είναι ο άν­θρωπος, στο τί είναι ο ουρανός, η γη, και η κόλαση κι’ αυ­τός ο ίδιος ο Σατανάς και ο κόσμος. Με δύο λόγια η αλή­θεια περικλείει τα πάντα στα μάτια και στις σκέψεις του Θεού. Αυτή η αλήθεια μας αποκαλύφθηκε πλήρως στο πρόσωπο του Χριστού, δια του Λόγου Του και δια του Πνεύματός Του. Γι’ αυτό ο Χριστός, ο Λόγος και το Πνεύμα ονομάζονται «η αλήθεια», αλλά η αλήθεια συνο­ψίζεται σ’ αυτό το Πρόσωπο  για το οποίο είχαν μιλήσει οι προφητείες και το οποίο αποκαλύφθηκε (βλέπε Ιωάν. ιδ΄ 6, ιγ΄ 17, Α΄ Ιωάν. ε΄ 7). Ο κόσμος πρέπει να βλέπει μέσα και μέσω της εκκλησίας ότιδήποτε αυτή γνωρίζει για τον Χριστό, οτιδήποτε την κάνει ένα μάρτυρά Του.

    Η εκκλησία είναι ο στύλος, η κολόνα πάνω στην οποία το όνομα του Χριστού, η αλήθεια, είναι γραμμένο για να το κάνει γνωστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Πόση έκταση έχει αυτή η αποστολή! Αυτό ακριβώς συνιστά την μαρτυ­ρία της Εκλησίας. Ακόμα και στην περίπτωση που ο Λό­γος θα ήταν εντελώς άγνωστος, η Εκκλησία θα έπρεπε με την συμπεριφορά, να κάνει ώστε η αλήθεια να λάμπει, δηλαδή ο Χριστός, σ’ όλα τα μάτια. Η εκκλησία είναι το «εδραί­ωμα», το στήριγμα της αληθείας. Αυτή δηλαδή η Εκκλη­σία είναι η πλατφόρμα πάνω στην οποία είναι κτι­σμένη η αλήθεια, η βάση πάνω στην οποία ο Θεός την τοποθέ­τησε.

    Όπως είναι το σύνολο, η Εκκλησία του Θεού του ζώ­ντος, έτσι επίσης είναι και το άτομο. Εάν ο Χριστός κατοι­κεί δια της πίστεως στις καρδιές μας, γινόμαστε ατομικά μάρτυρές Του στον κόσμο, μια επιστολή του Χριστού, γι­γνωσκομένη και αναγιγνωσκομένη από όλους τους αν­θρώπους, εις τρόπον ώστε, όπως έλεγε ένας αδελφός, όποιος πλησιάζει αυτήν την κατοικία να βλέπει, με την πρώτη ματιά, τον Χριστό στο «παράθυρο». Ο απόστο­λος, μιλώντας για τον εαυτό του, λέει: «με την φανέρω­σιν της αληθείας συνιστώντες εαυτούς προς πάσαν συνείδησην ανθρώπων ενώπιον του Θεού» (Β΄ Κορ. δ΄, 2).

    Αφού μίλησε για την αλήθεια, η οποία όπως το είδαμε, συνοψίζεται στο πρόσωπο του Χριστού, στο Λόγο Του και στο Πνεύμα Του κι’ η οποία διακηρύσσεται από την Εκ­κλησία του Θεού του ζώντος πάνω στην οποία είναι γραμμένη και στοιχειοθετημένη η αλήθεια, ο απόστολος πραγματεύεται ένα θέμα που συνδέεται στενά με το προηγούμενο θέμα, δηλαδή αυτό της ευσεβείας, των σχέ­σεων της ψυχής με το Θεό, και δείχνει αυτό που παράγει και συντηρεί αυτές τις σχέσεις. Διότι δεν φθάνει μόνο το να ανήκουμε στον οίκο του Θεού, κολόνα και βάση της αλήθειας, πρέπει επίσης εκείνοι που αποτελούν αυτό τον οίκο να έχουν την ευσέβεια δηλαδή τις προσωπικές σχέ­σεις της ψυχής τους με το Θεό. Πώς μπορούν να παρα­χθούν και να συντηρούνται αυτές οι προσωπικές σχέσεις; Αυτό είναι το μυστήριο (2) ή το μυστικό της ευσεβείας. Ση­μειώστε ότι στην Καινή Διαθήκη, μυστήριο δεν είναι ποτέ ένα πράγμα κρυμμένο, αλλά αντίθετα, ένα μυστικό πλή­ρως αποκεκαλλυμένο.

    Η ευσέβεια είναι σύνθετο δύο αισθημάτων που θα αυ­ξάνουν μέσα στην ψυχή όσον οι σχέσεις μας με τον Θεό γίνονται πιο συνήθεις και πιο στενές και όσο ο Χριστιανός καλείται να εξασκείται πάνω σ’ αυτό. «Γύμναζε σεαυτόν εις την ευσέβειαν» (δ΄, 7). Αυτά τα αισθήματα είναι κατά πρώτον, ο φόβος του Θεού (βλέπε Εβρ. ε΄ 7, η συνταύ­τιση της ευσέβειας με το φόβο του Θεού). Η ψυχή, απ’ τη στιγμή που γίνεται δεκτή στο πλήρες φώς της παρουσίας Του, μαθαίνει να μισεί το κακό, επειδή ο Θεός το μισεί και ν’ αγαπά το καλό, επειδή ο Θεός το αγαπά. Αυτός ο φό­βος μακρυά απ’ το να μας κάνει ν’ αποφεύγουμε την πα­ρουσία του Θεού, μας κάνει να Τον πλησιάζουμε και μας γεμίζει εμπιστοσύνη, διότι γνωρίζουμε ότι μόνος Αυτός είναι ικανός να μας οδηγήσει και να μας στηρίξει μέχρι το τέλος σ’ αυτή την οδό. Όλες οι ευλογίες της Χριστιανικής πορείας μας εξαρτώνται από την ευσέβεια. Να πόσο ση­μαντικό είναι να γνωρίζουμε το μυστικό της και με ποιό τρόπο μπορεί να παραχθεί και ν’ αυξάνεται στους πι­στούς.

     Αυτό το μυστικό είναι: να μην ασχολούμεθα παρά με ένα μόνο αντικείμενο, με τον Θεό που ενσαρκώθηκε, που «ήλθε εν σαρκί», στον Χριστό άνθρωπο.

     Η διδασκαλία η οποία είναι σύμφωνα με την ευσέ­βεια (δ΄, 3), περιλαμβάνει πολλά πράγματα και θα   επι­θυμούσαμε να μην παραβλέψουμε κανένα. Η ίδια η ευσέ-βεια όμως δεν έχει παρά μόνο ένα αντικείμενο: τον άνθρωπο Χριστόν Ιησούν, που γνωρίσαμε προσωπκά. Η ευσέβεια απορρέει απ’ αυτή τη γνώση.

     Είδαμε ήδη τί είναι «το μυστήριο της πίστεως» (γ΄, 9). Παρά την απέραντη έκτασή του και τον πλούτο του, αυτό δεν ονομάζεται «μέγα» όπως αυτό της ευσεβείας. Αποτε­λείται από όλες τις αλήθειες οι οποίες είναι το απο­τέλε­σμα της απολύτρωσης. Το μυστήριο της ευσεβείας δεν είναι ένα σύνολο διδασκαλιών, είναι η αποκάλυψη ενός προσώπου, η αποκάλυψη του Θεού, του άλλοτε αό­ρατου Θεού αλλά που τώρα έγινε ορατός στο πρόσωπο ενός ανθρώπου.

     Αυτή η λέξη: «η ευσέβεια» συναντάται μ’ έναν απο-κλειστικό σχεδόν τρόπο στη δεύτερη επιστολή του Πέτρου και στις ποιμαντικές επιστολές, αλλά πρίν απ’ όλα στην επιστολή που μελετάμε. Η ευσέβεια δεν μπορεί να βασι­στεί παρά μόνο πάνω σ’ εκείνο που αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του Χριστού:Ο Θεός, φώς και αγάπη, φανε­ρώθηκε με σάρκα, δη­λαδή στο πρόσωπο ενός ανθρώ­που. Ο Θεός φανερώ­θηκε μ’ αυτό τον τρόπο, δικαιώ­θηκε εν Πνεύματι. Πρώτα η φανέρωση της απουσίας σε Αυτόν κάθε αμαρτίας απο­δείχθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής Του δια της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος. Στη συνέχεια Αυτός δικαιώθηκε, σύμφωνα μ’ Αυτό το ίδιο Πνεύμα, δια της αναστάσεώς Του εκ των νεκρών. Θέλω εγώ να γνωρίσω το Θεό, να μάθω τί είναι η Δικαιοσύνη  Του,  να Τον δώ, να Τον ακούσω, να πιστεύσω σ’ Αυτόν; Ολ’ αυτά τα βρίσκω στον Χριστό άνθρωπο. Πάνω σ’ Αυτόν τον άνθρωπο θεμελιώθηκαν όλες οι σχέσεις μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων.

     «Εφάνη εις αγγέλους». Ο Θεός έγινε ορατός, φανε­ρός στους αγγέλους όταν Αυτός εφανερώθη εν σαρκί, σ’ έναν άνθρωπο. Οι άγγελοι δεν μπορούν να δούν Τον αό­ρατο Θεό. Απ’ τη στιγμή που ήλθε εδώ κάτω, σαν μικρό παιδίο σε μια φάτνη, Τον βλέπουν. Αυτοί είναι οι πρώτοι στη γέννησή Του, οι πρώτοι στην ανάστασή Του.

     «Εκηρύχθη εις τα έθνη». Ο Θεός που ήλθε με σάρκα είναι το θέμα της μαρτυρίας, όχι μόνο ανάμεσα στους Ιου­δαίους αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

    «Επιστεύθη εις τον κόσμον», αυτός ο Θεός ο φανε­ρωθείς εν σαρκί είναι το αντικείμενο της πίστεως, όχι της όψεως, σ’ αυτό τον κόσμο.

     «Ανελήφθη εν δόξη». Αφού ήλθε σαν άνθρωπος εδώ κάτω, ανέβηκε σαν άνθρωπος στη δόξα. Εκεί τώρα Τον βλέπει η ευσέβεια, Τον γνωρίζει, συνομιλεί μαζύ Του, αναζητά να Τον ευαρεστεί, απευθύνεται    σ’ Αυτόν. Όλα τα αισθήματα της ευσεβείας στρέφονται γύρω απ’ Αυτόν κι’ Αυτός είναι το κέντρο της.

     Το μυστικό της ευσεβείας, των σχέσεων της ψυχής μετά του Θεού βασισμένων πάνω στο φόβο του Θεού και τον σεβασμό και εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, το ξαναβρί­σκουμε λοιπόν στη γνώση του προσώπου του Χριστού. Στη Β΄ Θεσσαλονικείς β΄ 7, βρίσκουμε, πράγμα τρομερό, το μυ­στήριο της ανομίας που είναι ακριβώς η άρνηση του Ιη­σού Χριστού, ο οποίος ήλθε εν σαρκί, Τον οποίο ο Σατα­νάς θα υποκαταστήσει με τον Αντίχριστο (Α΄ Ιωάννου δ΄ 12).

     Μέσα στα τρία πρώτα κεφάλαια της επιστολής μας βρή­καμε στο α΄ 15 το έργο του Χριστού για τους πιστούς, στο β΄ 4 το έργο Του για όλους τους ανθρώπους, στο γ΄ 15 το πρόσωπό Του να είναι αυτή η ίδια η αλήθεια, στο γ΄ 16 το πρόσωπό Του σαν τη μοναδική βάση πάσης ευσε­βείας.

Σημειώσεις

(1) Πάνω σ’ αυτό το θέμα είναι χρήσιμο να σημειώσουμε ότι στο αρχαίο ελληνικό κείμενο υπάρχουν δύο επίθετα: «έρ­γον αγαθόν και έργον καλόν». Αυτά τα δύο δεν ση­μαί­νουν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Έργον αγαθόν προσ­διορί­ζει όλα τα καλά πράγματα που απορρέουν  από μια καρ­διά καθαρισμένη από τον Κύριο: αγάπη για τους αδελ­φούς, συμπάθεια, υποστήριξη, λεπτότητα κλπ. Έρ­γον κα­λόν είναι μια αξιαίπαινη πράξη ορατή στα μάτια των αν­θρώπων: ελεημοσύνες, επισκέ­ψεις, περιποίηση ασθε­νών κλπ. Ας σημειώσουμε για τους αναγνώστες που εν­διαφέ­ρονται πού βρίσκουμε αυτά τα εδάφια:

Έργον αγαθόν: Πράξ. Θ΄,36 – Β΄Κορ. Θ΄,8 – Εφεσ. Β΄,10 – Κολοσ. α΄,10 – Β΄Θεσ. Β΄,17 – Α΄Τιμ. β΄,10, ε΄,10 – Β΄Τιμ. β΄,21, γ΄,17 – Τ΄τον α΄,16, γ΄,1 – Εβρ. Ιγ΄,21 – Α΄Θεσ. ε΄,15.

Έργον καλόν :Ματθ. ε΄,16, κς΄,10 – Μαρκ. Ιδ΄,6 – Ιωάν. ι΄,32 – Α΄Τιμ. γ΄,1, ε΄,10,25, ς΄,18 – Τίτον β΄,7,14,  γ΄, 8,14 – Εβρ. Ι΄, 24, Α΄Πετρ. β΄,12.    

(2) Όσοι επιθυμούν να μελετήσουν αυτό το θέμα θα βρούν όλα τα στιχεία στις παρακάτω περικοπές: Ματθ. ιγ΄ 11 – Ρωμ. ια΄ 25, ις΄25 – Α΄ Κορ. β΄ 7, δ΄1, ιγ΄ 2, ιε΄ 51 – Εφεσ. α΄ 9, γ΄ 3, δ΄ 9, ε΄ 32, ς΄ 19 – Κολοσ. α΄ 26-27, β΄ 2, δ΄ 3 – Β΄ Θεσσαλ. β΄ 7 – Α΄Τιμ. γ΄ 9, 16 – Απο­καλ. α΄ 20, ι΄ 7, ιζ΄ 5,7.   

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Εδάφια 1 – 5 – Το δε Πνεύμα ρητώς λέγει, ότι εν υστέ-ροις καιροίς θέλουσιν αποστατήσει τινές από της πί­στεως, προσέχοντες εις πνεύματα πλάνης, και εις δι­δασκαλίας δαιμονίων, δια της υποκρίσεως ψευδολό­γων, εχόντων την εαυτών συνείδησιν κεκαυτηρια­σμέ­νην, εμποδιζόντων τον γάμον, προσταζόντων αποχήν βρωμάτων, τα οποία ο Θεός έκτισε δια να με­ταλαμβά­νωσιν μετά ευχαριστίας οι πιστοί και οι γνω­ρίσαντες την αλήθεια. Διότι πάν κτίσμα Θεού είναι κα­λόν, και ουδέν απορρίψιμον, όταν λαμβάνη­ται μετά ευχαρι­στίας, διότι αγιάζεται δια του λόγου του Θεού και δια της προσευχής.

     Αυτά τα εδάφια είναι ο αντίλογος, η αντίθεση των εδα­φίων 15 και 16 του προηγούμενου κεφαλαίου. Μας κά­νουν να βλέπουμε δια μέσου αυτών το τί θα συμβεί στους τελευταίους καιρούς σ’ αυτόν τον οίκο, θεμελιωμένο σαν το στύλο και το εδραίωμα της αληθείας. Όχι ότι μας περι­γράφουν αυτά τα εδάφια την τελευταία φάση της αποστα­σίας η οποία μας αποκαλύπτεται εις το μυστήριο της ανο­μίας της Β΄ Θεσσαλονικείς β΄ 7-12. Η κατάπτωση της υπεύθυνης Εκκλησίας, είχε ήδη αρχίσει, όπως το είδαμε, από τους καιρούς των αποστόλων, και θα επιβαρύνεται όλο και πιο πολύ. Αυτά τα εδάφια δεν μας δείχνουν την τελευταία περίοδό της, αλλά μας περιγράφουν αυτό που βλέπουμε να σχηματίζεται όλο και περισσότερο ανάμεσα στην καθ’ ομολογία χριστιανοσύνη.

     Γι’ αυτό και ο απόστολος μας μιλά εδώ, κατά ένα γε­νικό τρόπο, για τους «τελευταίους καιρούς» για «τινές» μερι­κούς οι οποίοι «θ’ αποστατήσουν» από την πίστη. Αυτή η πλήρης εγκατάλειψη της αληθείας δεν έχει γίνει λοιπόν ακόμη γενική αλλά είχε «ρητώς» αναγγελθεί, είχε προα­ναγγελθεί σαφέστατα ήδη από τον καιρό των απο­στόλων. Δεν είναι αναγκαίο ν’ αναζητήσουμε αυτήν την προφητεία του Αγίου Πνεύματος σ’ ένα ειδικό μέρος του Λόγου του Θεού, πιστεύουμε ότι εδώ το Πνεύμα το λέει σαφέστατα δια του στόματος των αποστόλων.

     Αλλ’ όμως δεν πρόκειται ακόμα παρά για μερικούς, η κατάστασή τους δεν είναι λιγότερο τρομακτική. Αυτοί «θ’ αποστατήσουν από την πίστη». Μ’ αυτές τις λέξεις ο Λόγος περιγράφει τη δημόσια εγκατάλειψη ενός συνόλου αληθειών που ήταν εμπιστευμένες στην πίστη και είχαν γίνει δεκτές απ’ αυτήν. Αυτό εμπλέκει, αντίθετα απ’ αυτό που πολλοί νομίζουν, κάτι περισσότερο εκτεταμένο σε βαρύτητα απ’ την απαγόρευση του γάμου κι’ απ’ την αποχή από το να τρώνε κρέας. Είναι, κατά πρώτον, η προσκόληση σε «πνεύματα πλάνης» και σε «διδασκα­λίες δαιμονίων». Τα πνεύματα δαιμόνων υποκαθιστούν το Πνεύμα του Θεού ενώ ομολογούν ότι εξαρτώνται απ’ αυτό και επιβάλλονται στις ψυχές για να τις κάνουν να εγκαταλείψουν τον Χριστό. Αυτοί οι οποίοι διδάσκουν αυτά τα δυστυχή θύματα «λένε ψέματα δια της υπο-κρισίας». Επιδίδονται σε μια φαινομενική ευσέβεια που δεν έχουν, για να ψευστούν και να υποτάξουν τις ψυχές στο Σατανά. Στην οδό αυτή του ψεύδους η συνείδησή τους δεν τους σταματά ούτε τους ελέγχει, επειδή είναι «κεκαυτηριασμένη», δηλαδή στερημένη από κάθε αί­σθημα καλού και κακού, δικαίου και αδίκου. Βρίσκουμε εδώ μια πρόοδο προς το κακό. Στο κεφάλαιο α΄19, αυτοί οι ψευδοδιδάσκαλοι είχαν απλώς «απορρίψει μια καλή συνείδηση». Εδώ αυτοί την έχουν διαφθείρει και την έχουν κάνει οριστικά να σιωπήσει, σκληρύνοντάς την, πράγμα που τους κάνει απόλυτα αναίσθητους σε κάθε κάλεσμα που αυτή η συνείδηση θα μπορούσε να τους απευθύνει. Πράγμα τρομερό! Όταν η συνείδηση έχει χάσει κάθε ευαισθησία και είναι οριστικά σκληρυμένη, δεν υπάρχει πλέον ελπίδα, το Πνεύμα του Θεού δεν μπορεί να υπηρετηθεί απ’ το μοναδικό μοχλό που είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσει για να οδηγήσει ένα αμαρτωλό μπρο­στά στο Θεό.

     Όλες οι πνευματιστικές εκδηλώσεις, παρουσιαζόμενες με θρησκευτικό σχήμα από απατεώνες, δεν είναι σήμερα η ζωντανή μαρτυρία αυτών των λόγων;

     Προσθέστε σ’ αυτό μερικές ασκητικές πρακτικές, βγαλ­μένες από πλάνες των γνωστικών φιλοσόφων κι’ οι οποίες δεν άργησαν να διεισδύσουν μερικώς στον μονα­χισμό. Οι γνωστικοί εδίδασκαν ότι υπήρχαν δύο θείες αρ­χές, μια κακή που βρισκόταν μέσα στο σώμα και μια καλή μέσα στην ψυχή. Μόνον οι πρακτικές του ασκητισμού μπορούσαν ν’ απελευθερώσουν απ’ την πρώτη. Γνωρί­ζουμε σε τί αβύσσους διαφθοράς οδήγησαν αυτές οι πρα­κτικές. Επανερχόμενοι ιδιαίτερα στο θέμα της απο­χής από τα κρέατα ο απόστολος θέλει να εννοήσουμε ότι «γνωρί­σαντες την αλήθειαν», των οποίων η Εκκλησία του ζώ­ντος Θεού είναι ο στύλος και το εδραίωμα, δεν μπορούν ν’ αφεθούν να πλανώνται απ’ αυτά τα σατανικά ψεύδη. Πώς θα αμάρταναν οι χριστιανοί τρεφόμενοι με δημιουργήματα του Θεού, όταν το κάνουν αυτό με προ­σευχή ευχαριστίας; «Πάν το πωλούμενον εν τω μακε­λίω τρώγετε» (Α΄ Κο­ρινθ. ι΄ 25-26) επειδή όταν τα τρώ­γουμε, αυτό δεν γίνεται μήπως η αφορμή να εκφράζεται προς το Θεό η ευγνωμο­σύνη του πιστού; Κανένα δη­μιούργημα δεν είναι απορρί­ψιμο γιατί μας επιτρέπεται από το Λόγο του Θεού. Εάν ο νόμος λέει ότι μερικά δη­μιουργήματα είναι καθαρά και άλλα ακάθαρτα, ο Λόγος του Θεού, κάτω απ’ την εξουσία της ελευθερίας και της χάριτος, κι’ αυτός ο Λόγος είχε απευθυνθεί κάποτε στον Πέτρο, μας διδάσκει να μην θε­ωρούμε ακάθαρτο αυτό που ο Θεός καθάρισε κι’ ότι μπο­ρούμε να τρώμε απ’ όλα, τετράποδα, ερπετά της γης και πτηνά του ουρανού (Πρά­ξεις ι΄ 12-15).

     Όλ’ αυτά τα πράγματα είναι δώρα του Θεού, ευχαρι­στούμε γι’ αυτά τρώγοντάς τα, κι’ έτσι είμαστε σε σχέση δια της προσευχής, με τον Θεό που μας τα έδωσε. Αυτή η λέξη «προσευχή» (εδ. 5) που αναφέρεται ως «ευχαρι­στία» στο κεφάλαιο β΄1 σημαίνει περισσότερο τις προ­σωπικές σχέσεις οικειότητος με το Θεό. Ο Λόγος μας δίνει αυτές τις τροφές, η προσευχή τις δέχεται ότι είναι για μας και γι’ αυτές ευχαριστούμε. Βλέπουμε σ’ αυτές τις τροφές ένα από τα αναρίθμητα παραδείγματα της αγαθό­τητος του Θεού προς εμάς, κάνοντας αυτά τα δημιουργήματά Του κατάλληλα να μας υπηρετούν όταν τα χρησιμοποιούμε. Εξ’ άλλου αυτό είχε πεί ο Θεός στο Νώε μετά τον κατα­κλυσμό (Γένεση θ΄3).

Εδάφια 6 – 8 – Ταύτα συμβουλεύων εις τους αδελ­φούς, θέλεις είσθαι καλός διάκονος του Ιησού Χρι­στού, εντρεφό­μενος εν τοις λόγοις της πίστεως, και της καλής διδασκα­λίας την οποία παρηκολούθησας. Τους δέ βεβήλους και γραώδεις μύθους παραιτού, και γύμναζε σεαυτόν εις την ευσέβειαν, διότι η σωματική γυμνασία είναι προς ολίγον ωφέλιμος, αλλ’ η ευσέ­βεια είναι προς πάντα ωφέλιμος, έχουσα επαγγελίαν της παρούσης ζωής και της μελλού­σης.

     Ο Τιμόθεος έπρεπε να προτείνει αυτά τα πράγματα στους αδελφούς. Βλέπουμε εδώ τα καθήκοντά του σαν υπηρέτου του Ιησού Χριστού ο οποίος έμαθε από τον απόστολο πώς να συμπεριφέρεται μέσα στον οίκο του Θεού. Ώφειλε να προστατεύσει τους αδελφούς από τις σατανικές διδασκαλίες κι’ από την προσπάθεια να ξανα­γυρίσουν πίσω στο νόμο, που έλεγε: «Μήν φάς, μή δο­κιμάσεις, μήν αγγίξεις». Κάνοντας έτσι ήταν ένας καλός υπηρέτης (διάκονος) στην Εκκλησία του Θεού του ζώντος, όχι μ’ ένα επίσημο τίτλο όπως οι διάκονοι και οι διακόνισ­σες (υπηρέτες και υπηρέτριες), αλλά με μιά γενική υπηρε­σία, το δώρον που του είχε δοθεί δια προφητείας.

     «Εντρεφόμενος εν τοις λόγοις της πίστεως, και της καλής διδασκαλίας την οποίαν παρηκολούθησας» (ή ακολούθησας με ακρίβεια). Αυτοί οι λόγοι της καλής διδα­σκαλίας ήταν η τροφή του και ακριβώς γι’ αυτό ήταν ένας καλός υπηρέτης. Έτσι λοιπόν η καλή διδασκαλία και η πί­στις η οποία την συλλαμβάνει δεν πρέπει να διαχωρίζο­νται ποτέ και βλέπουμε τί ζωτικό σκοπό έχει η διδασκαλία της αληθείας παρουσιαζόμενη κατ’ αυτό τον τρόπο. Αυτό αντικρούει κατά τον πιο σαφή τρόπο τις τωρινές τάσεις της καθ’ ομολογίαν χριστιανωσύνης η οποία χωρίζει τη μελέτη του Λόγου από την πίστη ή που κηρύτει την χρι­στιανική πρακτική χωρίς τη διδασκαλία πάνω στην οποία αυτή είναι βασισμένη και εγκαθιδρυμένη και χωρίς τη γνώση του προσώπου του Χριστού, μοναδικού μυστικού αυτής της πρακτικής. Έτσι αυτή η διδασκαλία ήταν εμπι­στευμένη στον Τιμόθεο¹.

     Διδάσκοντας το ορθό δόγμα, την ορθή διδασκαλία ο Τι­μόθεος ώφειλε να απορρίψει «τους βεβήλους και γρα­ώδεις μύθους», τις μωρολογίες, τις οποίες όχι μόνο να μήν τις λαμβάνει υπ’ όψη του αλλά έπρεπε αποφασιστικά να απορρίπτει και να καταδικάζει ως διαφθείρουσες, με την παρείσφρησή τους, την πολύτιμη αλήθεια του Θεού. Ο Τιμόθεος στη διδασκαλία του, είχε δείξει τί απέραντο ρόλο έπαιζε η πρακτική ευσέβεια,  οι σχέσεις σεβασμού και  εμπιστοσύνης της ψυχής με τον Θεό, στη χριστιανική διδασκαλία και το σκοπό αυτής της διδασκαλίας. Επίσης θα έπρεπε και αυτός ο ίδιος να εξασκείται, να πραγματο­ποιεί συνεχώς τις σχέσεις κοινω­νίας της ψυχής του με Αυ­τόν. Η ευσέβεια απαιτεί να εξα­σκούμαστε μ’ αυτήν συνε­χώς. Συνεχώς η σάρκα μας πα­ρακινεί να καλλιεργούμε σχέσεις με τον κόσμο και τα ορατά πράγματα αντί να συ­νομιλούμε με τον Κύριο.

     Το ίδιο συμβαίνει και με «την σωματική άσκηση». Δεν νομίζω να αναφέρεται εδώ για σκληραγώγηση, όπως εί­παν μερικοί, αλλά να καλλιεργούμε ασκήσεις του σώμα­τος με τις οποίες όχι μόνο συντηρείται η υγεία του σώμα­τος αλλά είναι χρήσιμες και για την ισορροπία του πνεύ­ματος. Αυτά λοιπόν δεν απαγορεύονται στους πιστούς αλλά η χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη, αντίθετα με τη γνώμη που επικρατεί σήμερα στον κόσμο. Η ευσέβεια αντίθετα είναι χρήσιμη σε όλα, στα πάντα. Αυτή έχει μια υπόσχεση. Μπορεί να μας οδηγήσει ν’ αμελούμε την εξά­σκηση του σώματος, ώστε να μην χάσουμε τίποτα απ’ τις σχέσεις της ψυχής μας με τον Θεό. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο Θεός προστατεύει την ζωή των ιδικών Του, αυτή είναι μια υπόσχεση εκ μέρους Του και δεν θα επιτρέψει να συντομευθεί η ζωή μας από την έλλειψη, αν χρειαστεί, σωματικής άσκησης. Ο φυλακισμένος Παύλος είναι ένα παράδειγμα αυτής της αρχής. Πολύ περισσότερο απ’ αυτό, η ευσέβεια, η πνευματική άσκηση είναι χρήσιμη σ’ όλα τα πράγματα, αφού έχει την υπόσχεση μιας ζωής που είναι πέραν από την παρούσα ζωή, και μήπως αυτή δεν ανοίγει ορίζοντες χίλιες φορές πιο πολύτιμους απ’ την εδώ κάτω ζωή που είναι περαστική; Αυτήν την ζωή, θα το δούμε, καλείται ο Τιμόθεος να την εννοήσει, να την κάνει δική του.

Εδάφια 9 – 10 – Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος. Επειδή δια τούτο και κοπιάζομεν και ονειδιζό­μεθα, διότι ελπίζομεν εις τον ζώντα Θεόν, όστις είναι ο σωτήρ² πάντων ανθρώπων, μάλιστα των πιστών.

     Αυτός ο λόγος είναι βεβαιωμένος και άξιος όλης της αποδοχής. Είδαμε τα ίδια λόγια ακριβώς στο κεφάλαιο α΄15, σχετικά με το έργο του Χριστού και με τη σωτηρία η οποία είναι το μερίδιο της πίστεως. Μια τέτοια αλήθεια περιέχει την απόλυτη βεβαιότητα και θα πρέπει να γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ο απόστολος συνδέει εδώ την ίδια βεβαιότητα με την ευσέβεια που είναι χρήσιμη «προς πάντα». Η πίστις και η ευσέβεια έχουν την ίδια σημασία όσον αφορά στις αιώνιες συνέπειες: η πρώτη, η σωτηρία δια του Χριστού, η δεύτερη, η ζωή που πρόκειται να έλθει. Γι’ αυτό ακριβώς, για να πραγματοποιείται η ευσέβεια από τους πιστούς χριστιανούς, εργαζόταν ο Παύλος και υπέ­φερε τον ονειδισμό. Αυτός ήταν, στο κεφάλαιο α΄16, το παράδειγμα εκείνων που θα έρχονταν να πιστεύσουν στο Χριστό για την αιώνια ζωή, αυτός είναι εδώ το πα­ράδειγμα εκείνων  που έθεσαν την ελπίδα τους στον ζώντα Θεό. Ανάμεσα σ’ όλες τις θλίψεις δεν σκεφτόταν παρά το πώς θα συντηρεί τις ευλο­γημένες σχέσεις της ψυχής με τον Θεό, είτε για τον εαυτό του είτε για τους αδελφούς του, και γνώριζε ότι αυτός ο Θεός, συντηρητής όλων των ανθρώ­πων και ειδικά των πιστών, δεν θα του έλειπε για να δια­τηρήσει τη ζωή του ανάμεσα σ’ όλους τους κινδύνους που τον απειλούσαν. Όπως Αυτός είναι ο Δημιουργός είναι και ο Συντηρητής όλων των ανθρώπων, χωρίς διάκριση της ηθικής τους κα­τάστασης, αλλά Αυτός ο Συντηρητής Θεός, όπως ο από­στολος μας το επισημαίνει, είναι Συντηρητής ιδιαίτερα των πιστών, διότι ο κόσμος δεν έχει ούτε την υπόσχεση της παρούσης ζωής ούτε αυτήν της μελλούσης ζωής.

     Επιθυμώ να προσθέσω ακόμα εδώ λίγα λόγια για το σημαντικό θέμα της ευσέβειας. Το είπαμε ήδη: αυτή είναι η συνήθης διατήρηση των σχέσεων της ψυχής με το Θεό. Πράγμα εξαιρετικά σπουδαίο, η ευσέβεια αναφέρεται και συνιστάται μόνο στις τρείς ποιμαντικές επιστολές και στη δεύτερη επιστολή του Πέτρου. Αυτή η λέξη επανέρχεται 9 φορές στην Α΄ Τιμόθεο, 2 φορές στη Β΄ Τιμόθεο, 2 φορές στον Τίτο, 4 φορές στη Β΄ Πέτρου. Ο Θεός επιμένει σ’ αυτά τα εδάφια για τους καιρούς του κινδύνου της κατά­πτωσης της Εκκλησίας, έπειτα στην αποδεδειγμένη της κατάπτωση, έπειτα στην ερείπωσή της η οποία προηγεί­ται της τελικής αποστασίας της, κι’ αυτό είναι το θέμα για το οποίο το Πνεύμα το Αγιο θέλει να μας κάνει ν’ ασχολη­θούμε. Σ’ όλες τις περιπτώσεις η προστασία βρίσκεται στις προσωπικές σχέσεις των ψυχών με το Θεό. Στην Α΄ Τιμόθεο, όπου ο οίκος του Θεού δεν είναι ακόμα σε ερεί­πια, η ευσέβεια αναφέρεται σαν η προστασία, σαν σωσί­βιο για την διατήρηση αυτού του οίκου και των προσώ­πων που τον αποτελούν. Στον Τίτο, η γνώση της αληθείας οφείλει να παράγει την ευσέβεια (α΄1). Στην Β΄ Τιμόθεο γ΄5, η κατάπτωση ενώ είναι πλήρης, η ευσέβεια δεν είναι πλέον παρά ένας τύπος του οποίου η δύναμις είναι έκτοτε απούσα. Στη Β΄ Πέτρου, η οποία εξετάζει τους καιρούς του τέλους, αυτή είναι ένα δώρο του Θεού που ο πιστός οφείλει να κρατά ως πολύτιμο (3).

Εδάφια 11 – 16 – Παράγγελε ταύτα και δίδασκε. Μη­δείς ας μην καταφρονή την νεότητά σου, αλλά γίνου τύπος των πιστών εις τον λόγον, εις συναναστροφήν, εις αγάπην, εις πνεύμα, εις πίστιν, εις καθαρότητα. Εως να έλθω καταγί­νου εις την ανάγνωσιν, εις την προτροπήν, εις την διδα­σκαλίαν. Μή αμέλει το χάρι­σμα το οποίον είναι εν σοί, το οποίον εδόθη εις σέ δια προφητείας, μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυ­τερίου. Ταύτα μελέτα, εις ταύτα μένε, δια να είναι φα­νερά εις πάντας η προκοπή σου. Πρόσεχε εις εαυτόν και εις την διδασκαλίαν, επίμενε εις αυτά. Διότι τούτο πράττων, και σεαυτόν θέλεις σώσει και τους ακούο­ντάς σε.

     «Παράγγελε ταύτα και δίδασκε». Το να παραγγέλει ήταν το κυριότερο της εντολής της εμπιστευμένης στον Τιμόθεο. Γι’ αυτό ακριβώς ο απόστολος τον είχε παρακα­λέσει να παραμείνει στην Εφεσο (κεφ. α΄3) αλλά τον είχε διατάξει να πραγματοποιεί (α΄5) τον σκοπό της εντολής: την αγάπη. Αυτή η εντολή του, ήταν εμπιστευμένη στον Τιμόθεο δια προφητείας (α΄18). Ηταν λοιπόν εντελώς σύμφωνα με το χαρακτήρα του Τιμόθεου να διατάσσει αυτά τα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά η αποστολή του ήταν αυτή καθ’ εαυτή εξαρτώμενη απ’ την εξουσία του αποστό-λου του οποίου ήταν ο εκπρόσωπος (απεσταλμένος), ακόμη δε, ο απόστολος του λέει στο κεφάλαιο ς΄,13: «σε παραγγέλλω ενώπιον του Θεού . . . να φυλάξης αυ­τήν την εντολήν . . .»

     Σ’ αυτά τα τελευταία εδάφια βρίσκουμε, όπως και στα προηγούμενα τις προσωπικές συστάσεις του αποστόλου προς τον Τιμόθεο. Σ’ αυτή την επιστολή το κύριο σημείο αυτών των συστάσεων είναι, όπως και σ’ όλη την επι­στολή, το δόγμα ή η διδασκαλία. Αυτή αναφέρεται τρείς φορές στα εδάφια που αναφέραμε πιο πάνω. Ο Τιμόθεος όφειλε να διδάξει αυτά τα πράγματα που του είχε εμπι­στευθεί ο απόστολος. Ωφειλε να προσκολληθεί στη δι­δασκαλία που είχε σχέση με τη δημόσια δραστηριότητά του (εδ. 13), ώφειλε να είναι προσεκτικός σε αυτήν για τον εαυτό του (εδ. 16).

     Αλλ’ όμως η περικοπή αυτή περιλαμβάνει πολλά άλλα σημεία και οι προτροπές που συμπεριλαμβάνει είναι πο­λύτιμες επειδή απευθύνονται σε κάθε ένα από εκείνους που ασχολούνται με το έργο του Κυρίου.

     Η νεαρή ηλικία του Τιμόθεου, που είχε κληθεί ν’ αναλά­βει τόσο βαρύ και σημαντικό έργο, ιδιαίτερα η διδασκαλία μεταξύ των αγίων, μπορούσε να τον εκθέσει στην περι­φρόνηση αυτών που είχαν κακές προθέσεις. Το μόνο μέσο του για να διατάσσει τον σεβασμό ήταν να είναι ένα υπόδειγμα, ένα παράδειγμα για όλους, να είναι επικεφα­λής των πιστών σαν το υπόδειγμα προς μίμηση. Κι’ ο ίδιος ο απόστολος ήταν το ίδιο όταν έλεγε: «Συμμιμηταί μου γίνεσθε, και παρατηρείτε τους όσοι περιπατούσιν ούτω, καθώς έχετε τύπον ημάς» (Φιλιπ. γ΄,17). Και εδώ: «Γίνου τύπος των πιστών εις λόγον εις συναναστρο­φήν». Να είσαι το παράδειγμα των πιστών με λογο και με συμπεριφορά, δυό πράγματα πάρα πολύ συχνά ασύν­δετα στη ζωή του χριστιανού και τα οποία θ’ άπρεπε να είναι το ένα αντανάκλαση του άλλου. Όσον αφορά στην εσωτερική του κατάσταση, αυτός ώφειλε πριν απ’ όλα να εκδηλώνεται δια «της αγάπης». Αυτή είναι ο σκοπός της εντολής, ο μεγάλος στόχος, το αληθινό αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του, αλλ’ η αγάπη είναι αχώριστη από «την πίστη» αυτή την ενέργεια της ψυχής η οποία απο­δέχεται τις υποσχέσεις του Θεού. Τέλος ο Τιμόθεος έπρεπε να διακρίνεται με την «καθαρότητα» η οποία θα εφαίνετο στις σκέψεις, τους λόγους ή την συμπεριφορά του. Αλλ’ ας επανέλθουμε και πάλι σ’ αυτό το θέμα: στη σημασία της λέξης πίστη μέσα σ’ αυτή την επιστολή. Αυτή μπορεί να είναι, όπως το είπαμε παραπάνω, και όπως γενικώς είναι σ’ άλλες περικοπές, η ενέργεια της ψυχής που παράγεται δια της χάριτος και η οποία αντι­λαμβάνεται τον Χριστό σαν το θέμα της σωτηρίας (α΄5, 16 – γ΄9, 13, 16 – δ΄6). Αυτή η πίστη είναι συνήθως, μέσα στο Λόγο, συνδεδεμένη με την αγάπη (α΄14 – β΄15 – δ΄12 – ς΄11).

     Σε άλλες περικοπές η πίστη θεωρείται σαν το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας που έχει γίνει αποδεκτή δια της πίστεως (α΄ 4, 18 – β΄ 7).

     Τέλος σε πολλά εδάφια η κατάσταση της ψυχής και το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο (α΄19 – ε΄12 – ς΄10, 21).

    Κατά την απουσία του αποστόλου, ο Τιμόθεος έπρεπε να προσκοληθεί σ’ αυτό που μπορούσε να αυξήσει την πνευματική ζωή των αγίων και να έχει σκοπό την πρόοδο του οίκου του Θεού: την μελέτη, την προτροπή, τη διδα­σκαλία. Με την μελέτη έπρεπε πρίν απ’ όλα να βάλει τις ψυχές σε απ’ ευθείας σχέση με τον Λόγο έξω από κάθε άλλη δράση. Εκτός από το γεγονός ότι εκείνο τον καιρό ένας μεγάλος αριθμός πιστών δεν κατείχαν τις Γραφές, αυτή η ρητή εντολή: «η ανάγνωση», η μελέτη, ήταν και είναι πάρα πολύ σημαντική επειδή δεν περιέχει, δεν απο­δέχεται καμιά δυνατότητα ανάμιξης όπως οι δύο ακόλου­θες εντολές. Οι εργάτες του Κυρίου στις ημέρες μας έχουν άραγε μέσα στην καρδιά τους αυτή τη σύσταση του απο­στόλου; Σημειώστε ότι εδώ πρόκειται αποκλειστικά για την δημόσια ανάγνωση μέσα στη συνάθροιση. Είμαστε άραγε αρκετά πεπεισμένοι για την αχώριστη δύναμη του Λόγου, χωρίς καμιά ανάμιξη του χαρίσματος, για να οδη­γήσουμε δι’ αυτού, τις ψυχές σε απ’ ευθείας επαφή με τον Κύριον;

     Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών έκανε μια μέρα στην Εκκλησία μια παρατεταμένη ανάγνωση των Γραφών, χωρίς να κάνει καθόλου ομιλία ή σχόλια πάνω σ’ αυτά που είχε αναγνώσει, όταν άκουσε έναν έμπειρο αδελφό να του λέει μετά: Ποτέ δεν κάνατε μια παρόμοια προ­τροπή! Είθε να κάνει ο Θεός να παραδειγματιζόμαστε συ­χνότερα από τον Κύριο, όπως στη σκηνή του Λουκά δ΄16 – 21, μέσα στη συναγωγη της Ναζαρέτ! Βέβαια, η προ­τροπή και η διδασκαλία δεν έπρεπε ν’ απουσιάζουν από την υπηρεσία του Τιμόθεου, και δεν ήταν χωρίς ση­μασία το ότι είχε λάβει γι’ αυτό ένα δώρον χάριτος: ώφειλε να μήν το αμελεί (εδ. 14), όπως ώφειλε αργότερα «να το αναζωπυρεί», όταν η αποθάρρυνση έφθανε στο σημείο να τον κυριεύσει (Β΄ Τιμ. α΄6). Είδαμε ότι αυτό το χάρι-σμα, αυτό το δώρο του είχε αναγγελθεί δια προφητείας, μετά επιθέσεως των χειρών του αποστόλου και είχε συ­νοδευτεί από την επίθεση των χειρών του σώματος των πρεσβυτέρων. Αυτή η τελευταία δεν έκανε απονομή ούτε μετέδιδε τίποτα στον Τιμόθεο, αυτή ήταν, όπως πάντα μέσα στη Γραφή, το σημάδι της συνταύτισης, η επικύ­ρωση της αποστολής, η έκφραση της επικαλούμενης ευ­λογίας επ’ αυτήν, ενώ το δώρον της χάριτος και το Πνεύμα επίσης, είχαν μεταδοθεί κατ’ εξαίρεσιν, δια της επιθέσεως των χειρών των αποστόλων, αλλ’ από κανέ­ναν άλλον  (Πράξεις η΄17). Αυτό όλο αντιβαίνει με τον πιο απόλυτο τρόπο στις εκκλησιαστικές απόψεις πάνω στα χαρίσματα, πάνω στις υπηρεσίες, πάνω στην χειροτονία, πάνω στην επίθεση των χειρών και πάνω σε τόσες άλλες εκκλησιαστικές πρακτικές, των οποίων λίγη υπακοή στο Λόγο του Θεού γρήγορα θα είχε επανορθώσει το κακό (4).

    Οι συστάσεις του Παύλου προς τον Τιμόθεο γίνονται όλο και περισσότερο πιεστικές: Διάτασσε αυτά τα πράγ-ματα. Δίδασκέ τα. Καταγίνου μ’ αυτά. Δώσε όλο τον εαυτό σου. Τα δύο τελευταία έπρεπε να έχουν σαν αποτέλεσμα η προκοπή του Τιμόθεου να είναι «φανερή εις πάντας». Και πράγματι, δεν είναι δυνατόν οι εργάτες του Κυρίου να προοδεύουν σημαντικά στη γνώση των πραγμάτων του Θεού αν δεν ασχολούνται μ’ αυτά κατά ένα αποκλειστικό τρόπο. Πρέπει το χάρισμα να συνοδεύ­εται με μια ακραία επιμέλεια: να είναι ο άνθρωπος ενός και μόνου πράγματος, με μια καρδιά όχι μοιρασμένη.

    «Πρόσεχε εις σεαυτόν και εις την διδασκαλίαν». Θα μπορούσε κάποιος ν’ ασχολείται με τη διδασκαλία προς τους άλλους, χωρίς να είναι προσεκτικός για τον εαυτό του για τα πράγματα που κηρύττει ή διδάσκει. Ο Τιμόθεος ώφειλε ν’ αγρυπνεί για τον εαυτό του, εις τρό­πον ώστε η ηθική του κατάσταση ν’ ανταποκρίνεται στη διδασκαλία του. Έτσι η προνομιούχος θέση του Τιμόθεου επέσυρε και μια απέραντη ευθύνη για τον εαυτό του. Αλλ’ επιπλέον θα μπορούσε ν’ απασχολείται μ’ αυτά τα πράγ­ματα μ’ ένα μεγάλο ζήλο λιγότερο ή περισσότερο προσω­ρινό. Όχι, έπρεπε να επιμένει σ’ αυτό, να έχει καρτερία, κι’ αυτό είναι συχνά το πιο δύσκολο στην πραγματοποί­ηση της χριστιανικής δραστηριότητας. Κάνοντας έτσι, ο Τιμόθεος θα έσωζε τον εαυτό του, δηλαδή θα έφτανε στη τελική εί­σοδο στη δόξα, αφού θα είχε δείξει το δρόμο σ’ όλους εκείνους στους οποίους απευθυνόταν η υπηρεσία του.

     Αυτό το κεφάλαιο είναι λοιπόν γεμάτο από προτροπές προς τον ίδιο τον Τιμόθεο για να είναι πιστός κατά πάντα, διότι από την πιστότητά του εξαρτιώνταν όλες οι μέλλου­σες ευλογίες εκείνων στους οποίους απευθυνόταν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Αναφέρω εδώ όλες τις περικοπές οι οποίες μέσα στις ποιμαντικές επιστολές, αναφέρονται εις το δόγμα και τη διδασκαλία: Α΄ Τιμ. α΄10 – δ΄1, 6, 11, 13, 16 – ε΄7 – ς΄1, 2, 3 – Β΄ Τιμ. β΄2, γ΄10, 16 – δ΄3 – Τίτον α΄9, β΄1, 7, 10. 

(2) Σημ. Μεταφραστή: Η λέξη σωτήρ στη γαλλική μετά­φραση της Κ. Δ. έχει μεταφραστεί Συντηρητής.

(3) Αναφέρω εδώ όλες τις περικοπές που έχουν σχέση με την ευσέβεια: Α΄ Τιμ. β΄2, γ΄16, δ΄7-8, ς΄3,5,6,11 – Β΄ Τιμ. γ΄5,12 – Τίτον α΄1, β΄12 – Β΄ Πέτρου α΄3,6,7, γ΄11. 

(4) Ας μας επιτραπεί να μεταφέρουμε εδώ την ερμηνεία ενός ευσεβούς και σεβαστού θεολόγου πάνω σ’ αυτά τα εδάφια. Ποτέ δεν έχουν συσσωρευθεί τόσες αναλήθειες πάνω σε μια τόσο μικρή περικοπή: «Ήταν ο ίδιος ο Παύ­λος που είχε επιλέξει τον Τιμόθεο για σύντροφό του στο έργο, και τον είχε εισαγάγει στην υπηρεσία του (Πράξεις ις΄1 – 3). Κι’ εν τούτοις αυτός είχε θελήσει αυτή η υπηρε­σία να επικυρωθεί δια της επιθέσεως των χειρών των πρεσβυτέρων, προφανώς εις τα Λύστρα απ’ όπου έφυγε ο νεαρός μαθητής.  

     Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, σε συμφωνία με τον από­στολο (Β΄ Τιμ. α΄6) αναγνωρίζοντας στον Τιμόθεο το δώ­ρον της χάριτος για την υπηρεσία, αφιερώνουν πλήρως αυτό το δώρο, το χάρισμα, στην υπηρεσία του Κυρίου και ικετεύουν επ’ αυτόν, δια της ιδίας αυτής πράξεως, το Πνεύμα και την ευλογία του Θεού. Περισσότερον ακόμη ο Παύλος ο ίδιος, καλούμενος απ’ ευθείας από τον Κύριο, δέχεται στην Αντιόχεια την επίθεση των χειρών  για την πρώτη του αποστολή μεταξύ  των  ειδωλολατρών  (Πρά­ξεις ιγ΄ 3),  απ’ όπου προκύπτει καθαρά ότι εάν ο θεσμός της Ευαγγελικής υπηρεσίας βασίζεται στην εξουσία του Ιησού Χριστού που Αυτός εθέσπισε (Εφεσ. δ΄11), και εάν τα χαρίσματα που την φανερώνουν προέρχονται μόνο απ’ τον Θεό, η υπη­ρεσία αυτή ανατίθεται από την Εκκλησία. Γενικώς, η Καινή Διαθήκη ολόκληρη κάνει φανερό ότι κάθε διακυβέρ­νηση και κάθε εξουσία στους κόλπους της Εκκλησίας επαφίεται στα χέρια της Εκκλησίας και μόνον!»         

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Εδάφια 1 – 2 – Πρεσβύτερον μή επιπλήξης, αλλά πρό­τρεπε ως πατέρα, τους νεωτέρους, ως αδελφούς. Τας πρεσβυτέρας, ως μητέρας. Τας νεωτέρας, ως αδελ­φάς, μετά πάσης καθαρότητος.

     Σημειώσαμε από το εδάφιο 6 του προηγούμενου κεφα­λαίου τις ειδικές οδηγίες που δίδονται από τον απόστολο προς τον Τιμόθεο. Αυτές οι οδηγίες συνεχίζονται μέχρι το τέλος της επιστολής. Θα τις συνοψίσω εδώ με λίγα λόγια:

     Σ’ όλη την επιστολή, ο Παύλος προτρέπει τον Τιμόθεο να λάβει ειλικρινά υπ’ όψη του όλα τα πράγματα τα οποία του συνιστά. Έτσι (εδ. 4, 6) ο Τιμόθεος πρέπει να προτεί-νει στους αδελφούς όλα όσα έχουν σχέση με την ελευθε-ρία να χρησιμοποιούν τροφές που ο Θεός δημιούργησε για τους ιδικούς Του, αγιάζοντές τις δια του Λόγου Του και δια της προσευχής. Στο εδάφιο 11 θα πρέπει να διατάξει και να διδάξει τα πράγματα που έχουν σχέση με την ευσέβεια. Στο εδάφιο 15 θα πρέ­πει ν’ απασχοληθεί μ’ αυτά τα πράγματα και να τους δοθεί ολόκληρος. Αυτά είναι: μια άμεμπτη συμπεριφορά και η εξάσκηση του χαρίσματος το οποίο του ήταν εμπι­στευμένο. Στο εδάφιο 16, θα πρέπει αυτός να εμμένει, να εγκαρτερεί, να επιμέ-νει στην επίβλεψη του εαυτού του και στη διδασκαλία. Στο κεφάλαιο ε΄, 21 αυτός πρέπει να φυ­λάξει την τάξη και την πειθαρχία μέσα στον οίκο του Θεού. Στο κεφ. ς΄, 2 θα πρέπει να διδάξει αυτά τα πράγ­ματα που έχουν σχέση με τους επιβλέποντες και τις σχέ­σεις των δούλων με τους κυρίους τους. Τέλος στο κεφά­λαιο ς΄, 11, αυτός πρέπει ν’ αποφεύγει τα γήινα ενδιαφέροντα κι’ όλα όσα θα μπο-ρούσαν να τον αποστρέψουν απ’ την πορεία της πίστεως.

     Πόσο σοβαρός θ’ άπρεπε ν’ αποδειχθεί ο Τιμόθεος για ν’ ακολουθήσει όλες τις οδηγίες που αυτός ελάμβανε από τον απόστολο πάνω στη συμπεριφορά που άρμοζε σε αυτόν μέσα στον οίκο του Θεού!

     Ώφειλε, αυτός, ένας νέος άνδρας, του οποίου οι υπηρε­σίες μέσα στην Εκκλησία του ζώντος Θεού, ήταν να διδά­ξει και να επιπλήξει, να λάβει υπ’ όψη του τον ηλι­κιω­μένο αδελφό. Η ηλικία συνοδεύεται απ’ την αδυναμία να υποφέρει κάποιος σκληρά λόγια χωρίς να συνθλιβεί, προπαντός όταν η επίπληξη είναι δικαιολογημένη. Μπορεί να συμβεί, ένας νεαρός άνδρας, ακόμα και με τις καλύτε­ρες προθέσεις, με καλή συμπεριφορά στην εκκλησία, να δημιουργήσει ένα σημαντικό κακό, επιπλήττοντας χωρίς τάκτ έναν ηλικιωμένο. Είδα ένα νέο αδελφό να δίνει τη χαριστική βολή σ’ έναν ηλικιωμένο επιπλήττοντάς τον σκληρά για λάθη συμπεριφοράς του, που απαιτούσαν μια δίκαιη επίπληξη. Η παρακλητική και με σεβασμό προ­τροπή έχει θέση εδώ και όχι η σκληρή επίπληξη. Το ίδιο ισχύει και για τους νεώτερους και νεώτερες αδελφές. Η αγάπη η οποία θεωρεί τους μέν σαν αδελφούς, τις δέ σαν μητέρες, αφαιρεί απ’ την προτροπή κάθε στοιχείο που μπορεί να πληγώσει. Όσον αφορά στις νεώτερες γυναί­κες, ο απόστολος προσθέτει στο χαρακτήρα των αδελφών ότι αυτές έπρεπε να έχουν στα μάτια του Τιμόθεου, αυτές τις λέξεις: «μετά πάσης καθαρότητος». Εύκολα τα σαρ­κικά αισθήματα μπορούσαν να υπεισέλθουν σ’ ένα νέο άνδρα, όταν η υποχρέωσή του να ασκεί πειθαρχία, τον έβαζε σ’ επαφή με το γυναικείο στοιχείο. Μια ζωή σε κοι­νωνία με τον Κύριο, στην αγιότητα και καθαρότητα, ήταν μια αρκούσα εγγύηση ενάντια σε κάθε σαρκική επιθυμία.

    Πόσο αυτές, οι τόσο λεπτομερείς προτροπές πρέπει να είναι πάντοτε ένα θέμα σκέψεων και να εμβαθύνουν σε αυτές οι νέοι άνδρες που ο Κύριος τους καλεί στην υπη­ρεσία Του!

Εδάφια 3 – 6 – Τας χήρας τίμα, τάς αληθώς χήρας. Εάν δέ τις χήρα έχει τέκνα ή έκγονα, ας μανθάνωσιν πρώ­τον να καθιστώσιν ευσεβή τον ίδιον αυτών οίκον, και να απο­δίδωσιν αμοιβάς εις τους προγόνους αυτών, διότι τούτο είναι καλόν και ευπρόσδεκτον ενώπιον του Θεού. Η δε αληθώς χήρα και μεμονωμένη ελπίζει επι τον Θεόν, και εμμένει εις τας δεήσεις και τας προ­σευχάς νύκτα και ημέ­ραν. Η δεδομένη όμως εις τας ηδονάς, ενώ ζή είναι νεκρά.

     Αυτά τα εδάφια μας μιλούν για τις χήρες μέσα στην Εκ­κλησία και το θέμα αυτό συνεχίζεται μέχρι το εδάφιο 16. Αυτές που είναι άξιες κάθε φροντίδας, όσον αφορά τη βο­ήθεια της εκκλησίας, είτε περιβάλλοντας αυτές με σεβα­σμό, είτε φροντίζοντας τις ανάγκες τους (1), είναι αυτές που είναι «αληθώς χήρες» (βλέπε ακόμη κεφ. ε΄, 16), οι οποίες, όχι μόνο έχασαν τον άνδρα τους, αλλά είναι και χωρίς παιδιά και χωρίς απογόνους. Στην περίπτωση που υπάρχουν έχουν το καθήκον: «να μανθάνουν πρώτον να καθιστώσι ευσεβή τον ίδιον αυτών οίκον και να αποδίδουν αμοιβάς εις τους προγόνους αυτών», τις οποίες  έλαβαν απ’  αυτούς.  Μια τέτοια οδηγία δεν έχει νομικό χαρακτήρα, πράγμα που να τις υποχρεώνει να το κάνουν αλλά μας λέει ότι αυτό είναι «καλό και ευ­πρόσ­δεκτον ενώπιον του Θεού». Το ίδιο μας λέγεται και στο κεφ. β΄, 3, όσον αφορά τις σχέσεις μας με όλους τους αν­θρώπους και με τις εξουσίες. Έτσι η «ευσέβεια», δηλαδή ο φόβος Θεού, και η επιθυμία να Τον ευαρε­στούμε, δεί­χνονται όχι μόνο στις φροντίδες της Εκκλη­σίας, αλλά στις σχέσεις της οικογένειας και είναι η βάση της τάξης μέσα στον οίκο του Θεού, έστω κι’ αν πρόκειται για υλικές φρο­ντίδες.

    Στο εδάφιο 5 περιγράφει τον πίνακα του χαρακτήρα της αληθινά χήρας γυναίκας, όπως την αντιλαμβάνεται και την εκτιμά ο Θεός. Μή έχοντας εδώ κάτω οποιονδήποτε στον οποίο να στηρίζεται, αυτή έθεσε την ελπίδα της στο Θεό. Δεν ελπίζει τίποτα απ’ τους ανθρώπους, επαφίεται πλή­ρως στο Θεό. Τί ασφάλεια! Τί θησαυρός! Ο Θεός είναι πλούσιος για ν’ απαντήσει στη φτωχεία της!  Αλλά  εξαρ­τώμενη μόνο απ’  Αυτόν, είναι ακριβώς γι’ αυτό, σε σχέση μαζύ Του και «εμμένει εις τας δεήσεις και τας προσευ­χάς ημέραν και νύκτα». Αυτή πραγματοποιεί αυτή την αρχική και σπουδαιότερη προτροπή: την προσευχή του κεφ. β΄, 1. Η υπέρτατη ευ­λογία μιας θέσης χωρίς ελπίδα από την πλευρά του αν­δρός, είναι ότι αυτή η χήρα είναι ημέρα και νύκτα ριγμένη στις ανεξάντλητες πηγές που βρίσκονται στο Θεό.

     Σε αντίθεση με την αληθινή χήρα, είναι η χήρα «η δε­δομένη εις τας ηδονάς» και «ενώ ζή είναι νεκρά». Σύμφωνα με τον κόσμο η ζωή της είναι εξασφαλισμένη και εύκολη. Από γήινη άποψη ζεί είναι όμως πεθαμένη ως προς τον ουρανό. Τί θλιβερό θέαμα!

Εδάφια 7 – 8 – Και ταύτα παράγγελε, δια να είναι άμε­μπτοι. Αλλ’ εάν τις δεν προνοεί περί των εαυτού, και μάλι­στα των οικίων, ηρνήθη την πίστιν, και είναι απί­στου χει­ρότερος.

     Ο Τιμόθεος έπρεπε να διατάσσει αυτά τα πράγματα, γιατί ο απόστολος επιθυμούσε στις χήρες, τόσο συμπα-θητι­κές λόγω της θέσης τους, να μην αποδίδεται κα­μιά μομφή. Επιθυμούσε ακόμη τα παιδιά και οι απόγονοι των χηρών να μην εκτίθενται στην κατηγορία ότι «ηρνή­θησαν την πίστιν», δηλαδή το σύνολο της χριστιανικής διδα-σκαλίας που έγινε δεκτή δια της πίστεως και είναι βα­σι-σμένη στην αγάπη, αλλά να θεωρούνται κατά σειράν ως χει­ρότεροι και απ’ τους απίστους. Τουλάχιστον αυτοί οι τε­λευταίοι δεν είναι αναίσθητοι στους οικογενειακούς δε­σμούς. Αυτό που μας λέγεται εδώ είναι εξαιρετικά αυ­στηρό, αλλά μας δείχνει πόση σημασία στα μάτια του Θεού έχει η αφοσίωση στα παιδιά όσον αφορά τα υλικά πράγματα. Η οικογένεια έχει γι’ Αυτόν μια ιδιαίτερη ση­μασία. Και όμως, ας μην το ξεχνάμε, ακόμα και τα πιο στοιχειώδη καθήκοντα της οικογένειας δεν πρέπει να λο­γαριάζονται όταν πρόκειται ν’ ακολουθήσουμε τον Κύριο. Μόνο εδώ, αυτές οι υποχρεώσεις σχετίζονται με τη συμπεριφορά του χριστιανού στην Εκκλησία δηλαδή στη συνάθροιση των πιστών η οποία είναι ο οίκος του Θεού.

Εδάφια 9 – 10 – Ας καταγράφηται χήρα ουχί ολιγώτε­ρον των εξήκοντα ετών, ήτις υπήρξεν ενός ανδρός γυνή, ήτις μαρτυρείται δια τα καλά αυτής έργα, εάν ανέθρεψε τέκνα, εάν περιέθαλψε ξένους, εάν πόδας αγίων ένιψεν, εάν θλι­βομένους εβοήθησεν, εάν επη­κολούθησεν εις πάν έργον αγαθόν (2).

     Έχουμε εδώ άλλες οδηγίες πάνω στο θέμα των χη­ρών, που έχουν σκοπό την ορθή τάξη στον οίκο του Θεού. Η χήρα δεν έπρεπε να καταγράφεται στον κατά­λογο των χηρών που βοηθούσε η εκκλησία παρά μόνο αν η ηλικία της ήταν προχωρημένη, και βάδιζε αυτή προς το γηρας και απέκλειε μια καινούργια ένωση. Δεν έπρεπε αυτή να είναι παντρεμένη δυό φορές, πράγμα που έδειχνε περισσότερο από μια γηινη απασχόληση στην περασμένη της ζωή ή την ικανοποίηση των επιθυ­μιών της (εδ. 11). Επρεπε να έχει τη μαρτυρία ότι υπήρξε δραστήρια στα καλά έργα και να έχει την επιδοκιμασία του Θεού,  πράγμα  που ώφειλε να χαρακτηρίζει τις άγιες γυναίκες (β΄10), και θα λεγαμε γενικώς, τη γυναίκα σύμφωνα με τον Θεό. Αυτά τα καλά έργα αναφέρονται εδώ λεπτομερώς. Αφορούν στη μόρφωση των παιδιών. (Σ’ αυτό η γυναίκα έχει κάθε ελευ­θερία να διδάσκει) – είναι η οικογένεια, η φιλοξενία – είναι τα καλά έργα προς τους ξένους, οι υπη­ρεσίες οι πιο τα­πεινές προς τους αγίους, η βοήθεια στους κατατρεγμέ­νους, η εφαρμογη έργων ελεημοσύνης και άλλα που δεν αναφέρει ο από­στολος. Αυτά τα έργα, αυτή η υπηρεσία, αυτή η απάρ­νηση του εαυτού της, αυτά τα δώρα απ’ τις ίδιες τις δυνά­μεις της στους άλλους, χαρα­κτηρίζουν τη γυναίκα σύμ­φωνα με το Θεό ο οποίος την έμαθε να ζεί για τον πλη­σίον της.

Εδάφια 11 – 13 – Τας δε νεωτέρας χήρας απόβαλλε, διότι αφού εντρυφήσωσι κατά του Χριστού, θέλουσι να υπαν­δρεύωνται, έχουσαι την καταδίκην, διότι ηθέ­τησαν την πρώτην πίστιν. Και εν ταυτώ μανθάνουσι να είναι αργαί, αλλά και φλύαροι και περίεργοι, λα­λούσαι τα μή πρέποντα.

     Αυτά τα εδάφια μέχρι το 16, μας παρουσιάζουν τον αντίθετο πίνακα μ’ εκείνο των «αληθινών χηρών»,  αυ­τών των χηρών που ο Τιμόθεος, αντικαθιστώντας τον απόστολο στη διοίκηση του οίκου του Θεού, ώφειλε να αρνείται σαν αντικείμενα ιδιαιτέρων φροντίδων της εκ­κλησίας. Πρόκειται για τις νεαρές χήρες. Υπάρχουν σ’ αυ­τές οι επιθυμίες, επιθυμίες της σαρκός, επιθυμίες εγκατα­στάσεως απολαύσεων πάνω στη γη, στις οποίες αυτές αφήνονται, και οι οποίες είναι πράγματι, «να εντρυφούν κατά του Χριστού», δηλαδή να ορθώνονται εναντίον του Χριστού, διότι αυτές έχουν απορρίψει την «πρώτη πίστη τους». Αυτή η πρώτη πίστη τις είχε συνδέσει με τον Χρι­στό, και επομένως ήταν χωρισμένες απ’ ότιδήποτε μπο­ρούσε να τους προσφέρει ο κόσμος. Θα δούμε στο κεφά­λαιο ς΄ ότι συμβαίνει το ίδιο μ’ εκείνους οι οποίοι αγαπούν το χρήμα, τον πλούτο: «απεπλανήθησαν από της πί-στεως», πρόκειται όμως εδώ για την «πρώτη πίστη», η οποία τις χαρακτήριζε όταν αυτές είχαν δεχτεί τη δοκι-μασία της χη­ρείας τους ότι την είχε επιτρέψει απ’ ευθείας ο Χριστός και ήταν πεπεισμένες ότι Αυτός ήθελε να τις συνδέσει μόνον με τον Εαυτό Του. Όταν αυτή η πρώτη πίστη εγκαταλείφθηκε, αυτές οι χήρες μή έχουσες μια ολόκληρη καρδιά για τα καλά έργα και την υπηρεσία του Κυρίου, πρέπει να γεμίσουν με κάτι το κενό που υπήρχε στη καρδιά τους. Η δραστηριότητα για το Χριστό και τους αδελφούς λείπει απ’ αυτές, έτσι δημιουργούν για τον εαυτό τους μια προ­σποιητή δραστηριότητα με την οποία αναζητούν να γεμί­σουν την έρημο της ύπαρξής τους. Πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, αυτές επιδίδονται  στο  κουτσομπολιό,  ανακα­τεύονται  στις περιστάσεις του πλησίον τους, μεταφέρουν λόγους για τους οποίους  θ’ άπρεπε να σωπαίνουν. Αυτός ο πίνακας είναι πολύ αυστηρός, αλλά είναι η αλήθεια, κι’ ο Θεός δεν την κρύβει ποτέ.

Εδάφια 14 – 16 – Θέλω λοιπόν αι νεώτεραι (χήραι) να υπανδρεύωνται, να τεκνοποιώσι, να κυβερνώσιν οί­κον, να μή δίδωσι μηδεμίαν αφορμήν εις τον εναντίον να λοι­δωρή. Διότι εξετράπησαν τινές οπίσω του Σα­τανά. Εάν τίς πιστός ή πιστή έχη χήρας, ας προμη­θεύη εις αυτάς τα αναγκαία, και ας μή επιβαρύνηται η εκκλησία δια να δύνα­ται να βοηθή τας αληθώς χήρας.

     Τα παραπάνω εδάφια μας δείχνουν ότι νυμφευόμενη ξανά μια νεαρή χήρα μπορεί να κάνει το δικό της θέλημα και να εγκαταλείψει το Χριστό και τα ουράνια συμφέροντα για τα πράγματα της γης αλλά κι’ ότι αυτή μπορεί με την ίδια πράξη να κάνει το θέλημα του Θεού και, επο­μένως, να μην χάσει την κοινωνία με τον Κύριο. Εάν η θέση της νεαρής χήρας δεν της δίνει την ιδιότητα να κατα­γράφεται ότι αξίζει την μέριμνα της εκκλησίας, η οποία δεν δέχεται ούτε τις νεαρές χήρες ούτε τις χήρες που είχαν περισσότε-ρον από ένα άνδρα, αυτές δεν είναι έξω απ’ το θέλημα του Θεού, εάν πανδρευθούν, όχι για να ευχαρι­στή­σουν τον εαυτό τους, αλλά από υποταγή σε αυτό το θέ­λημα. Το φάρμακο που υποδεικνύεται στο εδάφιο 14 είναι πρα­κτικό και σύμφωνο με το Θεό.

     Είναι αξιοσημείωτο να δούμε πώς ο Θεός, όταν πρόκει­ται  για  την  τάξη  στον  οίκο  Του,  μας  δείχνει  με λεπτομέρειες πώς μπορούν ν’ αποφεύγονται οι ακατα­στασίες. Εδώ ο απόστολος εκφράζει το θέλημα του Κυ­ρίου σαν ο εντολοδόχος Του. Για τις νεαρές χήρες, ο γά­μος, τα παιδιά, η διακυβέρνηση του δικού τους σπιτιού, χωρίς τη διακυβέρνηση του Θεού, θα έκαναν τον οίκο του Θεού να εκτίθεται και να υποφέρει. Η νεαρή χήρα θα απέφευγε έτσι, όπως στο κεφάλαιο γ΄, 7 την πα­γίδα του διαβόλου ο οποίος, αν αυτή του δώσει αιτίες, θα τις χρησι-μοποιήσει για να βλάψει και καταστρέψει την μαρτυρία ώστε να κερδίσει ψυχές που του έδωσαν την ευκαιρία με μια κακή συνείδηση. Ήδη μερικές «είχαν εκτραπεί οπί-σω του Σατανά». Αυτό ήταν η μοιραία επί­πτωση επειδή «εντρύφησαν κατά του Χριστού», ξεση­κώθηκαν κατά του Χριστού.

     Στο εδάφιο 16 βρίσκουμε μια τελευταία σύσταση πάνω στο θέμα των χηρών. Αυτή απευθύνεται στους πιστούς άνδρες και γυναίκες. Αυτοί οφείλουν να τις βοηθούν, να τους συμπαραστέκονται με σκοπό το συμφέρον της εκ­κλησίας. Έπρεπε οι επιβαρύνσεις της εκκλησίας να ελατ­τώνονται όχι για να μπορεί να ελαφρώνει από ένα βάρος, αλλά οι βοήθειες προς εκείνες που ήταν «αληθώς χήρες» να μπορούν να είναι πιο άφθονες (και είδαμε τί υπονοεί ο Λόγος του Θεού μ’ αυτά τα λόγια).

Εδάφια 17 – 21 – Οι καλώς προιστάμενοι πρεσβύτεροι ας αξιώνονται διπλής τιμής, μάλιστα όσοι κοπιάζου­σιν εις λό­γον και διδασκαλίαν, διότι λέγει η γραφή: Δεν θέλεις εμ­φράξει το στόμα βοός αλωνίζοντος, και άξιος είναι ο ερ­γάτης του μισθού αυτού. Κατηγορίαν εναντίον πρεσβυτέ­ρου μή παραδέχου, εκτός δια στό­ματος δύο ή τριών μαρ­τύρων. Τους αμαρτάνοντας έλεγχε ενώπιον πάντων, δια να έχωσι φόβον και οι λοιποί. Διαμαρτύρομαι ενώπιον του Θεού και του Κυ­ρίου Ιησού Χριστού και των εκλεκτών αγ­γέλων, να φυλάξης ταύτα, χωρίς πρότιμήσεως, μηδέν πράττων κατά χάριν.

      Ο απόστολος στις οδηγίες που απευθύνει προς τον Τι­μόθεο επανέρχεται τώρα στους πρεσβυτέρους. Πρόκει­ται για την τιμή που θα πρέπει να τους αποδίδεται, χωρίς να τίθεται ζήτημα για το σχήμα που θα πρέπει να έχει αυτή, είτε πρόκειται για σεβασμό είτε για υλική βοήθεια ή για φροντίδες άλλου είδους. Αυτή η ίδια λέξη «τιμή» χρησι­μοποιείται σαν ρήμα για τις φροντίδες που αξίζουν οι χή­ρες στο εδάφιο 3 του κεφαλαίου μας και σαν ουσια­στικό για τις τιμές που αποδίδονται από τους υπηρέτες στον κύριό τους. Ο τρόπος με τον οποίο οι πρεσβύτεροι επιτε­λούν την υπηρεσία τους, «προιστάμενοι καλώς» μας αναφέρεται εδώ. Αυτή η ίδια λέξη μεταφράζεται στο κεφάλαιο γ΄, 4 με το «κυβερνών καλώς» όταν πρόκειται να εποπτεύουν τον δικό τους οίκο. Ο τρόπος που οι πρε­σβύ­τεροι επιτελούσαν τις υπηρεσίες τους ως επιβλέπο­ντες έπρεπε ν’ αναγνωρίζεται ώς άξιος μιας «διπλής τι­μής». Δεν πρόκειται καθόλου εδώ για διπλό μισθό, διότι δεν κά­νει αναφορά πλέον για μισθούς για τις υπηρεσίες παρά για τα χαρίσματα. Στο κεφάλαιο ς΄, 1 η ίδια αυτή λέξη δεν έχει παρά το νόημα κάθε σεβασμού που οφεί­λουν οι υπη­ρέτες προς τον κύριό τους, είτε ως προς την υποταγή, είτε στην αφοσίωση, είτε για υπηρεσίες που τους πρόσφεραν. Εδώ η διπλή τιμή αποδίδεται προπα­ντός στους πρε­σβυτέρους όταν αυτοί επιτελούν συγχρό­νως δύο προ­σπάθειες: την εποπτεία και την υπηρεσία του Λόγου και της διδασκαλίας, διπλή υπηρεσία η οποία δεν ήταν το γνώρισμα όλων των πρεσβυτέρων, αν και όλοι ώφειλαν να είναι ικανοί να διδάσκουν και να εξελέγχουν τους αντι­λέγοντας (Τίτον α΄ 9, βλέπε μελέτη πάνω στην επιστολή προς Τίτον).

    Ο απόστολος αναφέρεται (εδ. 18), για να στηρίξει την προτροπή του, στο Δευτερονόμιο κε΄, 4, εδάφιο που ανα­φέρεται επίσης στην Α΄ Κορινθίους η΄, 9 για να δείξει ότι δίνοντας μια παρόμοια οδηγία ο Θεός ομιλεί «αποκλει­στικά για μάς». Στη συνέχεια αναφέρει τα λόγια του ίδιου του Ιησού προς τους μαθητάς Του: «Αξιος είναι ο εργά­της του μισθού αυτού» (Λουκά ι΄, 7), πράγμα που τοπο­θετεί την έμπνευση των γραπτών της Καινής Διαθή­κης στο ίδιο επίπεδο με αυτήν των γραπτών της Παλαιάς.

     Ο Τιμόθεος ώφειλε να προσέχει πάνω στο θέμα των κατηγοριών που θα μπορούσαν να γίνουν εναντίον ενός πρεσβυτέρου. Μια αξιοζήλευτη υπηρεσία εύκολα μπορεί να επιφέρει ζηλοτυπία, επομένως κακούς λόγους και συ­κοφαντία. Πρέπει ένας πρεσβύτερος να είναι προφυλαγ­μένος απ’ όλα αυτά και να ακολουθεί τις οδηγίες του Λό­γου του Θεού: «Επί στόματος δύο μαρτύρων ή επι στόματος τριών μαρτύρων θέλει βεβαιούσθαι πάς λό­γος» (Δευτ. ιθ΄, 15 – Ματθ. ιη΄, 16 – Β΄ Κορινθ. ιγ΄, 1).

     Απ’ την άλλη πλευρά όμως, επειδή ο κάθε άνθρωπος είναι δυνατόν να πέσει, δεν θά’ πρεπε να υπάρχει μερο­ληψία υπέρ αυτών που κατείχαν κάποια υπηρεσία. Έτσι φέρθηκε ο Παύλος απέναντι στον Πέτρο ο οποίος δίνει στον εαυτό του τον τίτλο «πρεσβύτερος» (Α΄ Πέτρου ε΄, 1). Τον είχε επιτιμήσει ενώπιον όλων (Γαλ. β΄, 14 – Α΄ Τιμ. ε΄, 20). Η περίπτωση ενός πρεσβυτέρου ο οποίος αμάρτανε ήταν διπλά σοβαρή, διότι μπορούσε με την επιρροή και την εξουσία του να παρασύρει και άλλους στον ίδιο δρόμο. Κάποτε ο Βαρνάβας είχε παρασυρθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο στην προσποίηση, στην υποκρισία. Έτσι έπρεπε εφόσον ήταν δημόσια η πεποίθηση, να μήν παρασυρθούν κι’ άλλοι πρεσβύτεροι να μιμηθούν την αμαρτία του πρώτου. Ο Παύλος εκλιπαρούσε τον Τιμόθεο να φυλάξει αυτά τα πράγματα, κι’ αυτό, με τον πιο σοβαρό τρόπο, διότι ο οίκος ήταν αυτός του Θεού, και του Κυρίου Ιησού Χριστού, αρχηγού σ’ αυτό τον οίκο, κι’ ο οίκος  αυ­τός προσφερόταν σαν παράδειγμα στους «εκλεκτούς αγγέλους» που μπορούσαν κατ’ αυτό τον τρόπο να βλέ­πουν το Χριστό μέσα στην εκκλησία των αγίων. Τί πρα­κτική προτροπή και πόσο σημαντική για εκείνον ο οποίος καλείται σε μια υπηρεσία στον οίκο του Θεού!

Εδάφια 22 – 25 – Μή επίθετε χείρας ταχέως εις μη­δένα, μηδέ γίνου κοινωνός αλλοτρίων αμαρτιών. Φύ­λαττε σεαυ­τόν καθαρόν. Μή υδροπότει πλέον, αλλά μεταχειρίζου ολί­γον οίνον δια τον στόμαχόν σου και τας συχνάς σου ασθε­νείας. Τινών ανθρώπων αι αμαρτίαι είναι φανεραί, και προπορεύονται αυτών εις την κρίσιν, εις τινάς δε και επα­κολουθούσιν, ωσαύτως και τα καλά έργα τινών είναι φα­νερά, και όσα είναι  κατ’ άλλον τρόπον δεν δύνανται να κρυφθώσι.

     Ο Τιμόθεος προτρέπεται τώρα να μην επιθέτει τας χεί­ρας βιαστικά σε κανένα. Η επίθεση των χειρών, όταν δεν ερχόταν από τον απόστολο τον ίδιο, ο οποίος είχε ιδιό­τητα να το κάνει, δεν απένεμε ούτε ένα δώρημα (χάρισμα) χάριτος ούτε το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος (Β΄ Τιμ. α΄,6 – Πράξεις η΄,17). Στο κεφάλαιο δ΄,14 οι πρεσβύτεροι δεν είχαν απονείμει τίποτα στον Τιμόθεο μ’ αυτή την πράξη. Η επίθεση των χειρών τους εξέφραζε την ευλογία, την επικύρωση και μια δημόσια συνταύτιση μ’ εκείνο που είχε απονεμηθεί στον Τιμόθεο από τον απόστολο. Επιθέ-τοντας τα χέρια, προφανώς σε πρεσβυτέρους, αν και δεν μας λέγεται αυτό εδώ, εν πάση περιπτώσει όπως και να έχει, πάνω στο θέμα μιας αποστολής ή μιας οποιασδή­ποτε υπηρεσίας, ο Τιμόθεος δήλωνε, τον εαυτό του αλλη­λέγγυο μ’ αυτούς, επικύρωνε την υπηρεσία τους ή την αποστολή τους και επισφράγιζε την επικύρωσή του για την υπηρεσία τους, την κλήση τους ή το έργο τους. Αν αυ­τοί αμάρταναν, αυτός ήταν εκτεθειμένος στο να συμμετέ­χει στις αμαρτίες τις οποίες θα είχαν διαπράξει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Αποφεύγοντας αυτή την παγίδα κάτω απ’ τα πόδια του, ο Τιμόθεος προστάτευε τον εαυτό του. Ώφειλε να μην δίνει την παραμικρή αιτία για μομφή που θα την άξιζε με τη βιασύνη του, διότι θα μολυνόταν συμμετέχοντας στην αμαρτία ενός άλλου.

     Η προτροπή του εδαφίου 23, να χρησιοποιεί ολίγον οί­νον, νομίζω ότι συνδέεται μ’ αυτό που προηγείται, εις το ότι η συμμετοχή σ’ αυτό μπορούσε να προκαλέσει τον ερεθισμό της σαρκός. Ο Τιμόθεος είχε πιστεύσει ότι ώφειλε να απέχει, επιπλέον, από κάθε ερεθιστικό ποτό. Ο απόστολος δείχνει τη φροντίδα του για την υγεία του αγα­πημένου του στη πίστη τέκνου, αλλ’ επιπλέον, αυτός γνώριζε πόσον η λεπτεπίλεπτη συνείδησή του και ίσως η εύθραστη υγεία του Τιμόθεου (βλέπε Β΄ Τιμ. α΄,6), μπο­ρούσε εύκολα να ταραχθεί από κινδύνους στους οποίους τον εκθέτανε τα καθήκοντά του. Αυτές οι μικρές λεπτομέ­ρειες είναι πολύ συγκινητικές και δείχνουν συγχρόνως την μέριμνα του αποστόλου για τον αγαπητό του σύντροφο στο έργο και την μέριμνα του Κυρίου για τον αγαπητό Του μαθητή αφήνοντάς την ν’ αποτυπωθεί σ’ ένα εμπνευ­σμένο γραπτό του αποστόλου.

     Έχοντας μιλήσει για αμαρτίες άλλων ο απόστολος ανα­φέρει δύο χαρακτηριστικά αυτών των αμαρτιών. Υπάρ­χουν αυτές οι οποίες «είναι φανεραί και προπορεύο­νται αυτών εις την κρίσιν». Τις γνωρίζουν, εκ των προ­τέρων διακηρύττουν την κρίση αυτών των ανθρώπων, εις τρόπον ώστε κανείς να μην μπορεί να τις αγνοήσει. Άλλες αμαρτίες είναι τώρα κρυφές, αλλά θ’ ακολουθήσουν αυ­τούς εδώ τους ανθρώπους μετά. Αυτοί θα τις ξαναβρούν την μεγάλη ημέρα της κρίσεως. Δεν ήταν μόνο το γεγο­νός των φανερών αμαρτιών που έπρεπε να κάνει τον Τι­μόθεο να προφυλάσεται πάνω στο θέμα της επιθέσεως των χει­ρών, αλλ’ ακόμη το γεγονός των αμαρτιών που δεν θα έρχονταν στη μνήμη παρά πολύ αργότερα, έτσι ώστε να μήν «αισχυνθή εις την παρουσία αυτού» (Α΄ Ιωαν. β΄, 28). Πρόκειται λοιπόν εδώ, ως προς τον Τιμόθεο, να μην βιαστεί να επιθέσει τα χέρια σ’ ένα άνθρωπο ο οποίος αμαρτάνει κρυφά. Το μέσον να αναγνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο, είναι τα καλά έργα. Αυτά είναι φανερά εκ των προτέρων κι’ αυτά τα οποία δεν είναι τώρα φανερά θα φανερωθούν οπωσδήποτε αργότερα. Γι’ αυτό και η ανά­γκη να μην χρησιμοποιήσει καμιά βιασύνη στην επικύ­ρωση που θα δώσει σ’ έναν εργάτη του Κυρίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται στο εδάφιο 17 σε σχέση με τους πρεσβυτέρους, όπως και σ’ άλλα μέρη (βλέπε Πρά­ξεις κη΄ 10, Ματθ. ιε΄4 – 5) και δεν σημαίνει καθόλου μια πληρωμή, ένα μισθό, ένα τακτικό βοήθημα.

(2) Βλέπε σημείωση προηγουμένως: έργον αγαθόν, σελίδα 64.            

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Εδάφια 1 – 2 – Όσοι είναι υπό ζυγόν δουλείας, ας νομί­ζουσι τους κυρίους αυτών αξίους πάσης τιμής, δια να μή βλασφημήται το όνομα του Θεού και η δι­δασκαλία. Οι δέ έχοντες πιστούς κυρίους ας μή κατα­φρονώσιν αυτούς, διότι είναι αδελφοί, αλλά προθυμό­τερον ας δουλεύωσι, διότι είναι πιστοί και αγαπητοί οι απόλαμβάνοντες την ευ­εργεσίαν. Ταύτα δίδασκε και νουθέτει.

     Αυτά τα εδάφια περιλαμβάνουν τις οδηγίες προς τους δούλους. Πρώτα τίθεται θέμα για τις σχέσεις τους με τους απίστους κυρίους τους ενώ μιλώντας προς όλους τους δούλους ο απόστολος δεν απευθύνεται παρά μόνο σ’ αυ­τούς που είναι μέλη στον οίκο του Θεού. Τους περι­γράφει σχεδόν σαν ζώα που σηκώνουν φορτίο σε μια θέση πλή­ρους εξάρτησης και κατωτερότητας απέναντι σε ελεύθε­ρους ανθρώπους, χωρίς να επαναστατούν εναντίον των κυρίων τους. Ακόμα κι’ αν η συμπεριφορά των τελευ­ταίων είναι τυραννική, αυτοί πρέπει να τους θεωρούν αξί­ους πάσης τιμής. Είδαμε παραπάνω (ε΄,17), τί σημαίνει αυτό. Μιά τέτοια σύσταση έχει μεγάλη σημασία. Δεν πρό­κειται εδώ για μια αναγκαστική υποταγή κάτω από ένα ανυπό­φορο ζυγό, αλλά ο χριστιανός δούλος αναγνωρίζει στον κύριό του, οποιοσδήποτε κι’ αν είναι, ότι είναι άξιος και τον υπηρετεί ηθικά και πραγματικά. Για ποιό σκοπό; Για το σκοπό: το όνομα του Θεού το οποίο φέρουν, αυ­τοί οι δούλοι και η διδασκαλία, διακριτικό σημείο του οί­κου της πίστεως που είναι μέλη, να μην βλασφημώνται από τους απίστους κυρίους. Αυτοί οι χριστιανοί δούλοι ήταν τοπο­θετημένοι από το Θεό σε σπίτια τέτοιων κυρίων, για να κάνουν γνωστό σ’ αυτούς τους τελευταίους το όνομά Του και τη διδασκαλία του Χριστού, εμπιστευμένη σαν μαρτυ­ρία, στον οίκο του Θεού εδώ κάτω, διδασκαλία πάνω στην οποία είναι βασισμένη όλη η πρακτική ζωή του χριστια­νού.

     Στη συνέχεια ο απόστολος απευθύνεται στους δού­λους που έχουν πιστούς κυρίους. Θα ήταν ίσως σε κίν­δυνο να συμπεριφερθούν αυτοί με αντίθετο τρόπο και να τους πε­ριφρονήσουν. Ένα τέτοιο αίσθημα θα εμφάνιζε τη σάρκα να υψώνεται ενάντια στην εξουσία που έχει τεθεί απ’ τον Θεό και θα ήταν αντιλογία σ’ όλες τις αρχές της υγιαίνου­σας διδασκαλίας. Ο δούλος, αντί να υψώνεται στο επί­πεδο του χριστιανού κυρίου του ή να τον κατεβάζει στο δικό του επίπεδο, πρέπει να είναι ευχαριστημένος να τον υπηρετεί και να του αρέσει να το κάνει, γιατί ένας τέτοιος κύριος είναι ένας πιστός όσον αφορά στη μαρτυρία του προς τον Κύριο, και ένας αγαπητός στη καρδιά του Θεού μέσα στη χριστιανική οικογένεια.

     Αυτή η προτροπή άρμοζε στον Τιμόθεο, όπως και η δι­δασκαλία που περιλαμβάνει, διότι και τα δύο αποτελού­σαν μέρος του χαρίσματος του αγαπητού αυτού υιού του αποστόλου (δ΄,13).

Εδάφια 3 – 5 – Εάν τίς ετεροδιδασκαλή και δεν ακο­λουθεί τους υγιαίνοντας λόγους του Κυρίου ημών Ιη­σού Χριστού και την διδασκαλίαν την κατ’ ευσέβειαν, είναι τετυφωμένος και δεν εξεύρει ουδέν, αλλά νοσεί περί συζητήσεις και λο­γομαχίας, εκ των οποίων προ­έρχεται φθόνος, έρις, βλα­σφημίαι, υπόνοιαι πονηραί, μάταιαι συνδιαλέξεις ανθρώ­πων διεφθαρμένων τον νούν και απεστερημένων της αλη­θείας, νομιζόντων την ευσέβειαν ότι είναι πλουτισμός. Απομακρύνου από των τοιούτων.

     Νά λοιπόν τί έπρεπε να διδάσκει ο Τιμόθεος προτρέ­ποντας τους δούλους. Εκείνος ο οποίος διδάσκει διαφο­ρετικά και δεν τοποθετείται στους υγιαίνοντας λόγους του Χριστού όπως επίσης και στη διδασκαλία Του είναι ένας υπερήφανος, ένας αμαθής διότι η διδασκαλία έχει σκοπό την ευσέβεια, έχει σκοπό να παράγει σχέσεις σεβασμού και εμπιστοσύνης μεταξύ της ψυχής και του Θεού και ότι­δήποτε δεν έχει αυτό το χαρακτήρα δεν μπορεί να είναι η διδασκαλία του Χριστού. Πάντοτε η διδασκαλία πρέπει να μας οδηγεί να καλλιεργούμε τις σχέσεις μας με το Θεό, να τις απολαμβάνουμε και να αναδεικνύουμε το χαρακτήρα Του στον κόσμο. Αυτός που δεν ακολουθεί αυτό το δρόμο, είναι όπως το είπαμε, ένας υπερήφανος, εντελώς αμαθής των σκοπών και των σκέψεων του Θεού. Φιλονι­κούν κάποιοι πάνω σε λέξεις, απόδειξη μιας θλιβερής κα­τάπτωσης μέσα στον οίκο του Θεού. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι ούτε η ειρήνη ούτε η αγάπη αλλά θλιβερές φιλονικίες απ’ όπου γεννιώνται κακά αισθήματα που γεμί­ζουν τις καρδιές από οργή, μίσος και πικρία. Μισητή κα­τάσταση, βγαλμένη απ’ τη διαφθορά, κατάσταση πνευμά­των εντελώς ξένων προς την αλήθεια, και ακόμα περισ­σότερο ανθρώπων οι οποίοι ζητούν ν’ αποκομίσουν υλικό κέρδος απ’ αυτή τη φαινομενική ευσέβεια που εφαρμό­ζουν, μπαίνοντας σε θρησκευτικές λογομαχίες που δεν έχουν καμιά σχέση με τη διδασκαλία της ευσέβειας. Το μίσος, η δυσαρέσκεια που δημιουργείται απ’ αυτούς τους τσακωμούς, η πλήρης αμέλεια και λησμονιά των σχέ­σεων με το Θεό, χαρακτηρίζουν αυτούς τους ανθρώ­πους.

Εδάφια 6 – 8 – Μέγας δε πλουτισμός είναι η ευσέβεια μετά αυταρκείας. Διότι δεν εφέραμεν ουδέν εις τον κόσμον, φα­νερόν ότι ουδέ δυνάμεθα να εκφέρωμέν τι έχοντες δε δια­τροφάς και σκεπάσματα, ας αρκώμεθα εις ταύτα.

     Πόση αντίθεση μεταξύ του ανθρώπου των εδαφίων 3 – 5 και του πιστού χριστιανού των εδαφίων 6 – 8! Υπάρχει πράγματι ένας μεγάλος πλουτισμός, ένα μεγάλο κέρδος σ’ αυτά τα δύο πράγματα: η ευσέβεια η οποία έχει την υπό­σχεση της παρούσης ζωής και της ζωής η οποία πρόκει­ται να έλθει (4, 8), και η αυτάρκεια (του πνεύματος) η οποία δεν ζητά το κέρδος της στα πράγματα της εδώ κάτω ζωής. Ο πιστός χριστιανός, αυτάρκης εις πνεύμα, ξέρει πολύ καλά ότι δεν θα πάρει μαζί του τίποτα απ’ αυτά τα πράγματα, τα οποία θα μπορούσαν να του είχαν δοθεί να απολαμβάνει για κάποιους καιρούς. Επομένως θα φυ­λαχθεί απ’ το να τοποθετήσει σ’ αυτά την καρδιά του. Αυ­τός ο χριστιανός είναι απλός. Έχοντας όλο το ενδιαφέρον του στα πράγματα τα μέλλοντα για τα οποία έχει την υπό­σχεση, είναι πλήρως ικανοποιημένος ότι ο Θεός του πα­ρέχει εδώ κάτω την τροφή και το ένδυμα και τα απολαμ­βάνει μετά ευχαριστίας. Κάθε άλλο πράγμα είναι περισσό­τερο μια παγίδα γι’ αυτόν, διότι ξέρει ότι δεν μπορεί να πάρει τίποτα μαζί του απ’ αυτόν τον κόσμο στον οποίο δεν έφερε τίποτα (Ψαλμ. μθ΄17, Εκκλησ. ε΄15), κι’ αν ακόμα συνδεόταν κάπως μ’ αυτά θα ήταν δεσμοί που θ’ άπρεπε μια μέρα να σπάσει. Ζώντας τα αιώνια πράγματα, εκπληρώνοντας την ευσέβεια και γνωρίζοντας ότι η από­κτηση ορατών πραγμάτων θα μοίραζε την καρδιά του με­ταξύ αυτών των δύο χώρων: της γης και του ουρανού, η ευσέβειά του προτιμά τα αόρατα που είναι αιώνια διότι απ’ τα πρώτα δεν θα μείνει τίποτα και δεν θα πάρουμε τίποτα απ’ αυτά στην αιωνιότητα.

    Το πραγματικό κέρδος της ευσεβείας, ο πλουτισμός της δεν είναι αυτό που οι άνθρωποι φιλοδοξούν συζητώντας μάταιες συζητήσεις ή φιλονικώντας πάνω σε θρησκευτικά θέματα ελπίζοντας ν’ αποκτήσουν φήμη, κέρδος και όφε­λος. Η αληθινή ευσέβεια εισάγει όλο και περισσότερο την ψυχή του πιστού στην απόλαυση των σχέσεών της με το Θεό και θα επιβραβευθεί όταν θα χαιρόμαστε αυτές τις σχέσεις χωρίς κανένα εμπόδιο.

Εδάφια 9 – 10 –Οσοι δε θέλουσι να πλουτώσι πίπτου-σιν εις πειρασμόν και παγίδα και εις επιθυμίας πολ­λάς ανοήτους   και   βλαβεράς,   αίτινες   βυθίζουσι   τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν. Διότι ρίζα πάντων των κακών είναι η φιλαργυρία, την οποίαν τινές ορεγόμε­νοι απεπλανήθησαν από της πίστεως και διεπέρασαν εαυ­τούς με οδύνας πολλάς.

     Είναι λοιπόν, κατά ένα γενικό τρόπο, επειδή ο απόστο­λος βάζει το δε (στο εδάφιο 10) και ομιλεί για ανθρώπους του οίκου του Θεού, αυτοί που ζητούν ν’ αποκτήσουν πλούτη που πέφτουν σε κάθε είδους κακό, (θα μιλήσει αργότερα γι’ αυτούς που είναι πλούσιοι σύμφωνα με την οικονομία διακυβερνήσεως του Θεού προς αυτούς, και θα τους ματαχειριστεί με εντελώς άλλο τρόπο, εδ. 17). Η επι­θυμία και η αναζήτηση πλούτου βυθίζουν τους ανθρώ­πους στον όλεθρο και την απώλεια. Μπορούμε ν’ αναφέ­ρουμε λεπτομερώς όλες τις αθλιότητες που για τον κόσμο και για τους χριστιανούς επιφέρει η αγάπη για το χρήμα: 1ον, τον πειρασμό και μια παγίδα στην οποία πέφτουν, 2ον, πολλές ανόητες και βλαβερές επιθυμίες όταν αυτές μπο­ρούν να συμφωνήσουν με το αντικείμενο των επιθυμιών τους, επιθυμιών που η κακή τους φύση θ’ αναζητήσει απαραίτητα να πραγματοποιήσει, 3ον, τον υλικό όλεθρο, την υλική και ηθική κατάπτωση, έπειτα την αιώνια απώ­λεια που είναι η επίπτωση όλων αυτών. Ο άνθρωπος πί­στεψε ότι ικανοποιεί τον εαυτό του με τα πλούτη και νά που καταβροχθίζεται από αυτά, μακρυά απ’ το Θεό, στο χάος!

     «Όσοι δέ»,  δηλαδή μερικοί από εκείνους που ανή-κουν στον οίκο του Θεού,  είχαν  αυτό  σαν φιλοδοξία, το αποτέλεσμα υπήρξε  γι’  αυτούς  κάτι  περισσότερο από υλικός όλεθρος: διαπεράστηκαν από πολλές θλίψεις, θλί­ψεις ασταμάτητες από τις απειλές του ολέθρου, από την συνεχή μέριμνα. Αλλ΄ ακόμα περισσότερο «απεπλα­νή­θησαν από την πίστη». Αυτή η κατάσταση δεν είναι ούτε ναυάγιο όσον αφορά την πίστη (α΄,19), ούτε η απο­στασία της πίστεως (δ΄,1), ούτε ακόμα η άρνηση της πί­στεως (ε΄,8), ή η απόρριψη της πρώτης πίστεως (ε΄,12), κατά­σταση λιγότερο σοβαρή ίσως απ’ τις προηγούμενες, η οποία όμως βυθίζει την ψυχή του χριστιανού σε μια ακα­τονόμαστη αθλιότητα. Απεμακρύνθησαν, αποστασιοποιή-θηκαν, χάθηκαν από την πίστη για να μην την ξα­να­βρούν ποτέ. Η πίστη έχασε γι’ αυτούς τη νοστιμιά της, όλο της το ενδιαφέρον (πρόκειται εδώ για το σύνολο των αλη­θειών που συγκροτούν την πίστη), διότι αυτοί οι χρι­στια­νοί την αντικατέστησαν με το ενδιαφέρον για τα πράγματα τα πιό ευτελή αυτού του κόσμου.

     Η πίστη παραμένει η ευτυχία, το σωσίβιο, οι απολαύ­σεις εκείνων που έμειναν πιστοί κι’ οι οποίοι είναι αυτοί που φέρουν τη μαρτυρία του Θεού εδώ κάτω. Όταν γι’ αυτούς θα έρθει η στιγμή ν’ αφήσουν αυτό τον κό­σμο για να εμφανιστούν μπροστά στο Θεό, θα βρε­θούν άραγε ενδεδυμένοι; Ερώτημα που περικλείει αγωνία! Πού θα είναι ο στέφανός τους; Χαμένος, δοσμένος σε άλ­λους! Ποιός από μάς, αγαπητοί χριστιανοί, θα τολμούσε να ευ­χηθεί την καλοπέραση του πλούτου ανταλάσσοντάς τη με τη χαρά, τη βεβαιότητα και την ειρήνη που δίνει η από­κτηση των ουρανίων πραγμάτων;

Εδάφια 11 – 12 – Σύ όμως, ώ άνθρωπε του Θεού, ταύτα φεύγε, ζήτει δε δικαιοσύνην, ευσέβειαν, πίστιν, αγάπην, υπομονήν, πραότητα. Αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πί­στεως, κράτει την αιώνιον ζωήν, εις την οποίαν προσε­κλήθης και ωμολόγησας την καλήν ομολογίαν ενώπιον πολλών μαρτύρων.

     Ο απόστολος επανέρχεται τώρα στον αγαπητό του Τι­μόθεο. «Σύ όμως, άνθρωπε του Θεού» του λέει. Αυτή η έκφραση, που χρησιμοποιείται τόσο συχνά στην Παλαιά Διαθήκη, αναφέρεται εκεί σε άνδρες που είχαν μια ειδική αποστολή εκ μέρους του Θεού, αποστολή που έχει ένα προφητικό χαρακτήρα σαν πηγάζοντα απ’ ευθείας απ’ τον ίδιο το Θεό. Τέτοιοι ήταν οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, ο γέρων προφήτης του Α΄ Βασιλέων ιγ΄, όπως επίσης κι’ ο Μωϋσής, προφήτης – νομοθέτης, ή ο Δαβίδ βασιλεύς – προφήτης. Όλοι μαζί με τον τίτλο του προφήτη λαμβάνουν κι’ αυτόν του ανθρώπου του Θεού (πρβλ. Β΄ Πέτρου α΄, 21).

     Στην Καινή Διαθήκη αυτός ο τίτλος δεν συναντάται παρά δύο φορές, εδώ και στην Β΄ Τιμόθεο γ΄, 17 όπου εφαρμόζεται επίσης κατ’ αρχήν στον Τιμόθεο, έπειτα σ’ εκείνον ο οποίος, γαλουχημένος με το Λόγο του Θεού, είναι επιφορτισμένος όπως ο Τιμόθεος με μια ειδική απο­στολή σ’ αυτό τον κόσμο. Βλέπουμε τη μεγάλη σημασία της αποστολής αυτού του τελευταίου, γιατί αυτή του ήταν εμπιστευμένη με μια ιδιαίτερη σοβαρότητα όπως μαρτυ­ρούν γι’ αυτήν οι δυό αυτές επιστολές. Ο Τιμόθεος ώφειλε ν’ αγρυπνεί πάνω στη διδασκαλία, διδάσκοντας πώς θ’ άπρεπε να συμπεριφέρονται μέσα στην εκκλησία του Θεού του ζώντος, αλλ’ ο ίδιος ώφειλε να συμπεριφέρεται εκεί πρώτα απ’ όλα έτσι ώστε να χρησιμεύει σαν παρά­δειγμα στους άλλους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, εκπροσωπώ­ντας το Θεό μπροστά στους αδελφούς του, ο Τιμόθεος ώφειλε να επιδεικνύει ένα χαρακτήρα που να τον ανα­γνω-ρίζουν ως ένα τέτοιο παράδειγμα οι άλλοι. Αυτός ο χαρα­κτήρας εφαίνετο στο ότι ο Τιμόθεος έπρεπε να «φεύγει», ν’ αποφύγει εντελώς όλα όσα ο απόστολος προανέφερε και να «ζητεί», να επιδιώκει, να επιζητεί αυτά που θα απαριθμούσε μετά.

     Και τί θα έπρεπε να επιδιώκει;

1ον, την δικαιοσύνη, αυτή την πρακτική δικαιοσύνη που απορρίπτει την αμαρτία και της απαγορεύει να μπεί στη πορεία μας.

2ον, την ευσέβεια, τις σχέσεις οικειότητας με το Θεό, βα­σισμένες πάνω στο σεβασμό και εμπιστοσύνη, σχέσεις αδύνατες χωρίς τη δικαιοσύνη.

3ον, την πίστη, αυτή την πνευματική δύναμη δια της οποίας πιστεύουμε ως αληθινό κάθε λόγο που εξέρχεται απ’ το στόμα του Θεού και δια του οποίου αντιλαμβανό­μαστε τα αόρατα πράγματα.

4ον, την αγάπη, τον χαρακτήρα του ίδιου του Θεού, που έγινε γνωστός στον Ιησού Χριστό, και που φανερώθηκε από εκείνους που μετέχουν της θείας φύσης.

5ον, την υπομονήν η οποία μας κάνει να περνάμε και να υποφέρουμε όλες τις δυσκολίες με προοπτική να φθά­σουμε στον ένδοξο σκοπό.

6ον,  την πραότητα,  την  γλυκύτητα  ενός  πνεύματος αδιάφθορου και ειρηνικού που έχει μια μεγάλη αξία μπροστά στο Θεό (Α΄ Πέτρου γ΄, 4).

     Σ’ όλα αυτά ο απόστολος προσθέτει δύο θερμές συστά­σεις. Πρώτα: «Αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πί­στεως». Εδώ πρόκειται για τον αγώνα στο στάδιο (Α΄ Κορ. θ΄, 25), στον οποίο καλούμεθα να πάρουμε το βρα­βείο που είναι η διατήρηση της αληθείας. Γι’ αυτό τον αγώνα ήταν που ο απόστολος μπορούσε να λέει στο τέ­λος της πορείας του: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνί­σθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα» (Β΄ Τιμοθ. δ΄, 7).

    Η δεύτερη σύσταση η οποία συνδέεται με την προη-γούμενη είναι: «Κράτει την αιώνιον ζωήν». Η αιώνιος ζωή δεν είναι εδώ η ζωή την οποία κατέχουμε κατέχοντας τον Χριστό, «τον αληθινό Θεό και την ζωήν την αιώ­νιον», είναι η θεία ζωή που μας μεταφέρεται δια της πί­στεως σ’ Αυτόν και η οποία μας εισαγάγει από εδώ κάτω ακόμα, στην κοινωνία του Πατρός και του Υιού. Αυτή μας παρουσιάζεται σ’ αυτά τα εδάφια σαν η τελική και οριστική απόλαυση όλων των ουρανίων ευλογιών, ανταμοιβή του «καλού αγώνα της πίστεως». Εν τούτοις δεν είναι όπως στο Φιλιππησίους γ΄,12 ένας σκοπός που ο χριστιανός τρέχει κατόπιν του και προσπαθεί να τον φθάσει. Ο από­στολος θέλει κατά την διάρκεια που είναι σε δράση ο αγώνας, αυτός ο σκοπός να έχει ήδη αποκτηθεί σαν μια μεγάλη και απόλυτη πραγματικότητα: την τωρινή από­κτηση και την απόλαυση δια της πίστεως όλων των πραγμάτων που ανήκουν στην αιώνια ζωή. Τί χάρις όταν η αιώνια ζωή έχει ληφθεί με αυτόν τον τρόπο!

     Για τέτοιες ευλογίες είχε κληθεί ο Τιμόθεος. Ο απόστο­λος μας ξαναγυρίζει στην αρχή της πορείας του αγαπητού του στη πίστη τέκνου. Η ζωή του Τιμόθεου δεν είχε παρά μόνο μια προοπτική, ένα σκοπό κι’ ένα αντικείμενο: αυτό που και ο απόστολος Παύλος είχε θέσει για τον εαυτό του (Β΄ Τιμοθ. δ΄, 7). Όταν αυτά λοιπόν τοποθετήθηκαν εμπρός του βλέπουμε ότι ο Τιμόθεος είχε ήδη κάνει τη μαρτυρία του και είχε «ομολογήσει την καλήν ομολο­γίαν ενώπιον πολλών μαρτύρων». Η ομολογία του είχε σχέση με την αιώνια ζωή, την οποία είχε λάβει ως το πάν της χριστιανικής κλήσεως. Αυτό το κάλεσμα έκανε τον Τι­μόθεο πρωταγωνιστή αυτής της αλήθειας. Οι πολυάριθ­μοι μάρτυρες δεν ήταν ο κόσμος, αλλ’ αυτοί που απο­τε­λού­σαν μέλη της εκκλησίας του ζώντος Θεού, ανάμεσα στην οποία θα ξετυλιγόταν η υπηρεσία του με τη διδασκα­λία του και τις προτροπές του.

Εδάφια 13 – 16 – Σε παραγγέλλω ενώπιον του Θεού του ζωοποιούντος τα πάντα και του Ιησού Χριστού του μαρτυ­ρήσαντος ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολο­γίαν, να φυλάξης την εντολήν αμόλυ­ντον, άμεμπτον, μέχρι της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την οποίαν εν τοις ωρισμένοις καιροίς θέλει δείξει ο μακάριος και μόνος Δεσπότης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων, και Κύριος των κυριευ­όντων, όστις μόνος έχει την αθανασίαν, κατοικών φώς απρόσιτον, το οποίον ουδείς των ανθρώ­πων εί­δεν ουδέ  δύναται  να  ίδη,  εις  τον  οποίον  έστω  τιμή  και κράτος αιώνιον! Αμήν.

     Αυτά τα εδάφια είναι σαν μια περίληψη του σκοπού όλης της επιστολής. «Σε παραγγέλλω», σε διατάσσω λέει ο απόστολος. Ο Τιμόθεος είχε λάβει μια εντολή εκ μέρους του και ώφειλε να συμμορφωθεί μ’ αυτήν. Εχοντας τοποθετηθεί για να εκπροσωπεί τον απόστολο κατά την απουσία του έπρεπε να διατάσσει αυτός ο ίδιος (α΄3,5,18 – δ΄11 – ε΄7 – ς΄17). Αυτό που διέτασσε ο Παύλος στον Τιμόθεο το έκανε πάρα πολύ σοβαρά ενώπιον του Θεού Δημιουργού, Τον οποίο επικαλείται ως Αυτόν που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα, όταν ακόμη δεν υπήρχε κανένα από τα έργα Του, κι’ ο Οποίος έκανε γνωστό τον Εαυτό Του σε ασθενή πλάσματα όπως εμείς, με μια πράξη η οποία δείχνει όλη Του την ευαρέσκεια προς τους ανθρώ-πους. Δεν είναι αυτό ένας ισχυρότατος λόγος για να υπα­κούσει; Αλλ’ όμως αυτό που διέτασσε ο απόστολος το έκανε και ενώπιον «του Ιησού Χριστού» που  έγινε Αν­θρωπος, ο οποίος «εμαρτύρησεν ενώπιον του Πο­ντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν». Θα μπορούσε να είναι αδιάφορο για το Ρωμαίο κυβερνήτη ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν βασιλεύς των Ιουδαίων κι’ αυτό το αποδει­κνύει λέγο­ντας: «Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος;» (Ιωαν. ιη΄, 35) ενώ όμως γράφει πάνω στην επιγραφή του σταυρού: «ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙ-ΩΝ». Επομένως δεν είναι αδιάφορο στον Πιλάτο, φίλο του Καίσαρα, ότι πλάϊ στον αυτοκράτορα ένας άλλος άνθρω-πος είχε βλέ­ψεις στη βα­σιλεία. Απερριμένος απ’ τους Ιουδαίους, σαν βασιλεύς, ο Κύριος, μπροστά στον Πιλάτο αποδίδει μια εντελώς άλλη έκταση στη βασιλεία Του όταν του λέει: «Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου», δη­λαδή αυτή έχει σαν αποκλειστικό πεδίο μια πλήρως ου­ράνια σφαίρα. Αλλ’ όμως προσθέτει: «Τώρα δέ η βασι­λεία η εμή δεν είναι εντεύθεν», δηλαδή εδώ κάτω. Μι­λώντας έτσι διεκδι­κεί γι’ αργότερα εδώ κάτω μιά βασιλεία πιο εκτεταμένη απ’ αυτή του βασιλέως των Ιουδαίων και αυτό είναι που ανη­συχεί τον Πιλάτο και τον κάνει να λέει: «Λοιπόν βασιλεύς είσαι σύ;» Σ’ αυτή την ερώτηση ο Ιησούς απαντά: «Σύ λέγεις, ότι βασιλεύς είμαι εγώ». Αυτή η απάντηση ήταν η μαρτυρία της αληθείας, ότιδή­ποτε κι’ αν στοίχιζε, κρα­τώντας με οποιοδήποτε αντίτιμο τον χαρακτήρα της βασι­λείας Του, γιατί προσθέτει: «Εγώ δια τούτο εγεννήθην, και δια τούτο ήλθον εις τον κό­σμον, δια να μαρτυ­ρήσω εις την αλήθειαν». Το γεγο­νός να δηλώνει την βασιλεία Του, λόγω καταγωγής (Ματθ. β΄ 1, 2) μπροστά στον Πιλάτο, φίλο του Καίσαρα, αλλά μια βασιλεία που ξεπερνούσε πολύ τα Ιουδαϊκά όρια, ήταν να υπογράφει ο Ίδιος την θανατική Του καταδίκη. Αυτή η καλή ομολογία ήταν «η μαρτυρία ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου» στα εδάφιά μας.

     Αυτήν την καλή ομολογία, όπως είδαμε ο Κύριος μπο­ρούσε να την κάνει επειδή ήταν πιστός στην αλήθεια για την οποία είχε έλθει να κάνει μαρτυρία σ’ αυτόν τον κό­σμο, Αυτός που είχε κατέβει εδώ κάτω για να την κάνει γνωστή. Η βασιλεία Του ήταν μέρος της κι’ αν Αυτός είχε διστάσει έστω για μια στιγμή σ’ αυτή την ομολογία δεν θα μπορούσε να προσθέσει πλέον: «Πάς όστις είναι εκ της αληθείας ακούει την φωνήν μου». Η ομολογία ότι Αυτός ήταν βασιλεύς συνδεόταν λοιπόν στενά με το γεγονός ότι είχε έλθει στον κόσμο να κάνει την μαρτυρία της αληθείας.

     Η καλή ομολογία του Τιμόθεου ενώπιον πολλών χρι­στιανών μαρτύρων οι οποίοι μπορούσαν να την βεβαιώ­σουν δεν έβαζε σε κίνδυνο την ζωή του. Δεν ήταν ακόμα η μαρτυρία της αληθείας σ’ ολόκληρη την αλήθεια. Αυτή ήταν η καλή ομολογία των απέραντων ευλογιών της πι­στότητος, ευλογιών που είχε λάβει ο Τιμόθεος στη χρι­στιανική μαρτυρία, στην οποία αφιέρωνε έκτοτε τη στα­διοδρομία του. Η καλή ομολογία του Χριστού ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου ήταν η μαρτυρία της αληθείας της οποίας η παρούσα και μέλλουσα βασιλεία του Χριστού, πολύ πιο σημαντική απ’ την Ιουδαϊκή βασιλεία, ήταν μέρος της, διότι «η χάρις και η αλήθεια ήλθαν δια Ιησού Χρι­στού». Τίποτα δεν μπορούσε να μεταστρέψει τον Κύριο από την ομολογία ολόκληρης της αληθείας, ούτε ακόμη ο θάνατος.

     Αλλά τι απέραντο προνόμιο για τον Τιμόθεο να είναι συνδεδεμένος σαν Ομολογητής μαζί με τον Κύριο Ιησού, ο ένας ομολογώντας ότι είχε ένα σκοπό που κανείς δεν μπορούσε να του αποσπάσει, ο Άλλος ομολογώντας ολόκληρη την αλήθεια που ακόμα κι’ ο θάνατος δεν μπορούσε  να Τον κάνει να την εγκαταλείψει!

     Στο εδάφιο 14 ο απόστολος διατάσσει στον Τιμόθεο να «φυλάξει την εντολήν», δηλαδή αυτά που μόλις πριν του είχε παραγγείλει: φεύγε, ζήτει, αγωνίζου, κράτει. Ήταν τοποθετημένος για να πραγματοποιεί αυτά εμπρός σε πι­στούς μάρτυρες και μπροστά στον κόσμο. Έπρεπε να τα φυλάξη «αμόλυντα και άμεμπτα». Ακόμη ο απόστολος λέει στο εδάφιο 20: «Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον», φύλαξε αυτά τα οποία σου εμπιστευθήκανε. Αυτό είναι και η κεντρική ιδέα του περιεχομένου όλης της επιστολής. Ο απόστολος είχε ήδη πεί, αλλά πάνω στο θέμα ενός περιορισμένου μέρους της αποστολής του Τι­μόθεου, δηλαδή της συμπεριφοράς του απέναντι σε πρε­σβυτέρους: «να φυλάξης ταύτα χωρίς πρότιμήσεως» (ε΄, 21).

     Όσον αφορά στην εντολή, ο Τιμόθεος έπρεπε να την φυλάξη «αμόλυντον» χωρίς καμιά αλλοίωση, και «άμε­μ-πτον» χωρίς να δίνει την ευκαιρία σε κανένα να τον προσβάλει ή να τον κατηγορήσει ότι δεν φύλαξε την πα­ρακαταθήκη που του είχε εμπιστευθεί. Πρίν απ’ όλα όμως να έχει σαν σκοπό να λάβει την επιδοκιμασία «του Κυ­ρίου ημών Ιησού Χριστού κατά την επιφάνειά Του». Πάντα μας ομιλεί για επιφάνεια και όχι για έλευση του Κυ­ρίου, όταν τίθεται θέμα ευθύνης στην υπηρεσία. Γι’ αυτό ακριβώς μας λέγεται «ν’ αγαπούμε την επιφάνειά Του» η οποία εν τούτοις συνοδεύεται πάντα με το «κά­μνων εκδίκησιν» επί του κόσμου (Β΄ Θεσσαλ. α΄, 8). Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι: εάν η «έλευση» του Κυρίου είναι «ημέρα χάριτος», η επιφάνειά Του είναι η ημέρα των στεφάνων, η ανταμοιβή της πιστότητος, για τους υπηρέτες του Χριστού. Αυτή η επιφάνεια θα δειχθεί τον κατάλληλο, τον ορισμένο καιρό από τον Μακάριο και μόνο Δεσπότη, που ονομάζεται ήδη ο «Μακάριος Θεός» στο κεφάλαιο α΄ 11. Τότε ο μόνος Δεσπότης, Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των Κυρίων θα φανερώσει αυτή την δόξα. Για ποιόν μιλάει ο απόστολος; Για το Θεό αναμφίβολα, αλλά είναι αδύνατον να χωρίσουμε μιά απ’ τις θείες κυριότητες απ’ την άλλη. Όλα αυτά είναι ο Θεός όταν Αυτός «δεί­χνει» την επιφάνεια του Χριστού. Ο Χριστός θα είναι όλα αυτά, όταν θα εμφανιστεί σαν Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων. Αυτή είναι η δεύτερη φορά σ’ αυτή την επιστολή (πρβλ. α΄, 17) που ο υπέρτατος αίνος ξεχύ­νεται μπροστά στο Θεό στους αιώνιους τόπους. Στην πρώτη περίπτωση έγινε μετά από την έλευση σ’ αυτόν τον κόσμο του Ανθρώπου Χριστού σαν Σωτήρα. Στη δεύ­τερη περίπτωση μετά την επιφάνειά Του σαν Κυρίου και νικητού Ανθρώπου. Εις αυτόν ο οποίος μόνος είναι αθά­νατος αφ’ Εαυτού Του, ο οποίος κατοικεί σε φώς απρό­σιτο, τον οποίον κανένας άνθρωπος ποτέ δεν είδε ούτε μπορεί να δεί, εις Αυτόν ας είναι η τιμή και η αιώνια δύνα­μις. Αμήν! Αυτός είναι ο Θεός ο προσωπικός, ο αιώνιος, ο άφθαρτος, ο αόρατος για τον οποίον μας μιλάει εδώ, αλλά εμείς Τον γνωρίζουμε εν τω Υιώ Του Ιησού Χριστώ: «Αυ­τός είναι ο αληθινός Θεός και η ζωή η αιώνιος».

Εδάφια 17 – 19 – Εις τους πλουσίους του κόσμου τού­του παράγγελλε να μή υψηλοφρονώσι, μηδέ να ελπί­ζωσιν επι την αδηλότητα του πλούτου, αλλ’ επι τον Θεόν τον ζώντα, όστις δίδει εις ημάς πλουσίως πάντα εις απόλαυσιν, να αγαθοεργώσι, να πλουτώσιν εις έργα καλά, να είναι ευμε­τάδωτοι, κοινωνικοί, θησαυ­ρίζοντες εις εαυτούς θεμέλιον καλόν εις το μέλλον, δια να απολαύσωσι την αιώνιον ζωήν.

     Υπάρχει ακόμα μια εντολή να προσθέσει για εκείνους, μεταξύ των ιδικών Του, στους οποίους ο Θεός εχάρισε αγαθά σ’ αυτό τον κόσμο. Πρόκειται εδώ για τη θέση τους «στον παρόντα αιώνα», θέση που δεν έχει να κάνει σε τίποτα, ή μάλλον που είναι σε αντίθεση μ’ αυτήν του μέλ­λοντος αιώνος (εδ. 13-16).

     Αυτή η θέση δεν πρέπει να τους ενθουσιάζει και να τους εξυψώνει στα δικά τους μάτια, διότι η υπερηφάνεια του πλούτου είναι ένα από τα πιο συχνά ελαττώματα με­ταξύ των ανθρώπων. Δεν θα πρέπει οι χριστιανοί να πα­ρασύ­ρονται να βασιστούν πάνω στην αβεβαιότητα του πλού­του που μπορεί σε μια στιγμή να χαθεί. Αυτοί οφεί­λουν να εμπιστεύονται Εκείνον που τους ευνόησε πλου­σίως δίνο­ντάς τους την απόλαυση αυτών των πραγμά­των. Ας χρη­σιμοποιούν τα πλούτη τους να κάνουν το καλό, τα πλούτη τους να είναι πλούτος καλών έργων, τα­χύτητα στο να δίνουν, σε αγαθοεργίες, ελεημοσύνες κλπ. Αυτός είναι ο σκοπός του πλούτου που τους χαρίστηκε, πρέπει να συμβάλει στη μαρτυρία αρετών οι οποίες δεν θα μπορού­σαν να φανερώνονται παρά μόνο εκεί που ο Θεός δίνει επίγεια αγαθά.

    «Θησαυρίζοντες εις εαυτούς θεμέλιον καλόν εις το μέλλον». Εδώ πρόκειται για την εγκατάλειψη των ορατών πραγμάτων, αν κι’ αυτά είναι ο καρπός της αγαθότητας του Θεού, αλλά που δόθηκαν από Αυτόν στους ιδικούς Του με σκοπό να αποκτήσουν «θησαυρό στους ουρα­νούς» ο οποίος δεν ξεπέφτει ποτέ κι’ επίσης να λάβουν την πραγματική ζωή, την αιώνια ζωή. Αυτή θ’ άπρεπε να είναι η στάση των πλουσίων. Αυτή τη στάση, ο Τιμόθεος, ο οποίος δεν κατείχε κανένα απ’ τα ευεργετήματα αυτά, έπρεπε να κρατά και να τους δίνει το παράδειγμα έχοντας ο ίδιος λάβει «την αιώνια ζωή».

Εδάφια 20 – 21 – Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύ­λαξον αποστρεφόμενος τας βεβήλους ματαιολογίας, και τας αντι­λογίας της ψευδωνύμου γνώσεως, την οποίαν τινές επαγ­γελλόμενοι, επλανήθησαν κατά την πίστιν. Η χάρις είη μετά σού. Αμήν.

     Ο Τιμόθεος προτρέπεται να φυλάξει αυτό που του ήταν εμπιστευμένο. Εξ’ άλλου βλέπουμε τον Παύλο να εμπι­στεύεται αυτό που έχει στον Κύριο ο οποίος έχει τη δύ­ναμη να φυλάξει την παρακαταθήκη του. Εις Αυτόν εί­ναι η ζωή, η δύναμις για να στηρίξει τη ζωή και να φυλάξει στον ουρανό την κληρονομιά της δόξης που προορίζεται για μάς. Ο Παύλος εγνώριζε σε ΠΟΙΟΝ είχε πιστεύσει. Δεν είχε θέσει την εμπιστοσύνη του στο έργο, αλλά στο Χρι­στό, Τον οποίο εγνώριζε καλά (Β΄ Τιμοθ. α΄, 12). Εδώ ο Τιμόθεος είναι που φυλάσει την παρακαταθήκη που ο Κύ­ριος του εμπιστεύθηκε. Αυτή η παρακαταθήκη είναι η δια­χείρηση του οίκου του Θεού δια του Λόγου, της διδα­σκα­λίας, του παραδείγματος που έπρεπε να δίνει ο ίδιος. Ο ρόλος του δεν ήταν να συζητεί μ’ αυτούς εκεί τους αν­θρώπους. Έπρεπε ν’ αποφεύγει τις μάταιες και βέβηλες συζητήσεις τους και τις επιχειρηματολογίες τους που ήταν αντίθετες με τη διδασκαλία του Χριστού κι οι οποίοι φλυα­ρούσαν και υποστήριζαν ότι είχαν τη γνώση. Ήδη μερικοί απ’ αυτούς οι οποίοι υποστήριζαν ότι την κατέ­χουν είχαν απομακρυνθεί από τη χριστιανική διδασκαλία. Η τελευταία λέξη του απόστολου προς τον Τιμόθεο είναι: «χάρις», θεία εύνοια, για το τέκνο του εις την πίστη, όπως και η πρώτη του λέξη ήταν χάρις! (α΄, 2).