Θεοσ Δικαιοσ Και Σωτηρασ

(Ευαγ. Ιωάννου η΄, 1-12)

John Nelson Darby

Σε όλα τα άτομα υπάρχει η γνώση του κα­λού και του κακού. Ποτέ όμως δύο άτομα δεν κρί­νουν αυτά με το ίδιο μέτρο. Ο καθένας εξε­τάζει το ζήτημα σύμφωνα με το επάγγελμά του, τις επιθυμίες του, και τα σχέδιά του. Ο μέθυσος νομίζει ότι δεν υπάρχει μεγάλη ζημιά στο να πίνει, αλλά θεωρεί μεγάλη αμαρτία το να κλέ­ψει. Ο άπληστος έμπορος, πιστεύει ότι είναι αναγκαίο και συνηθισμένο να ενεργεί κατά τρόπο απατηλό στις συναλλαγές του, αλλά δεν μεθάει και δεν βλασφημάει. Ο ηθικός οικογε­νειάρχης επαναπαύεται στην εκτέλεση των κα­θηκόντων του και καυτη­ριάζει τους φανε­ρούς αμαρτωλούς, αλλά ποτέ δεν εξέτασε, πό­σες αμαρτωλές επι­θυμίες, άγνωστες στους άλλους, φιλοξενεί και εξακολουθεί να χαϊδεύει στην καρδιά του. Λησμονεί ότι ο Θεός βλέπει την καρδιά, ενώ ο άνθρωπος την εξω­τε­ρική δια­γωγή.

Όλ’ αυτά αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν τους εαυτούς τους με ένα κα­θορισμένο και ακριβή κανόνα, αλλά παίρ­νουν ως μέτρο ό,τι συμφέρει τους εαυτούς τους και καταδικά­ζουν εύκολα τους άλ­λους. Υπάρχει όμως ένα μέτρο σύμφωνα με το οποίο όλοι θα κριθούν, ένα μέτρο ευθύτητας, και όσοι βρεθούν ελλι­πείς θα καταδικαστούν αιώνια. Αυτό είναι η δικαι­οσύνη του Θεού. Όταν κάποιος συγκρίνει τον εαυτό του με το Θεό, η συνείδησή του αφυπνί­ζεται, και τότε πραγματικά διαπι­στώνει ότι είναι ένοχος, και ζητάει να μά­θει αν ο Θεός θα θελή­σει πραγματικά να τον συγχωρήσει.

Οι γραμματείς και Φαρισαίοι, οι οποίοι ανα­φέρονται στο όγδοο κεφ. του Ιωάννη, φαίνεται ότι ήταν πολύ θρησκευτικοί και ηθικοί τύποι, ώστε να σκανδαλιστούν και να οργιστούν υπερβολικά, όταν συνέλαβαν έπ’ αυτοφώρω μια γυναίκα να αμαρ­τάνει. Σκέφτηκαν ότι δεν είναι δίκαιο να ζήσει. Αλήθεια! Ο άνθρωπος παρηγορεί και καθησυχάζει τη συνείδησή του όταν βρει κάποιον άλλον χειρότερο από αυτόν, όταν αναλογίζεται εσφαλμένα, ότι η μεγα­λύ­τερη αμαρτία του άλλου συγχωρεί τη δική του.

Αλλά να και μια άλλη πτυχή της αν­θρώπι­νης καρδιάς. Πολλοί άνθρωποι χαί­ρονται στην πτώση και την αμαρτία του άλλου. Δεν μπο­ρούν να συγχωρήσουν, και δυσφορούν με τη σκέψη ότι ο Θεός φανερώνει χάρη. Γιατί η χά­ρις είναι μια ηθική αρχή του Θεού αντίθετη από τις σκέψεις και τη νοοτροπία του ανθρώπου, γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι την θεωρούν αδικία. Γενικά ο άνθρωπος θεωρεί ότι εί­ναι εξευτελι­στικό να εξαρτόμαστε από την πλήρη και τέ­λεια χάρη του Θεού και ν’ αναγνωρίζουμε ότι η δυ­στυχία μας, η πτώση μας, η ανικανότητά μας να κά­νουμε το θέλημα του Θεού, είναι τα μόνα προσόντα τα οποία προσφέρουμε για την από­κτηση της χάριτος. Οι γραμματείς και οι Φαρι­σαίοι δεν ήθελαν ν’ αναγνωρίσουν αυτό, όταν είπαν στον Ιησού: “Εν τω νόμω ο Μωϋ­σής προσέταξεν να λιθοβο­λώνται αι τοιαύται· σύ λοιπόν τι λέγεις;” Επιπροσθέτως ζήτησαν να παγιδεύσουν τον Ιησού, γιατί αν αθώωνε την γυναίκα, σκέφτηκαν ότι παρέβαινε το νόμο και πε­ρι­φρονούσε τη δικαιοσύνη, εάν την καταδί­καζε, τότε δεν θα ήταν φιλεύσπλαχνος και οι­κτίρμων. Η απόδειξη της ενοχής της γυναικός ήταν αναμφισβήτητη, ο νόμος σαφής. Ο άν­θρωπος εύκολα καταδικάζει, αλλά ποιος έχει το δικαί­ωμα να εκτελέσει; “Ο αναμάρτητος πρώτος ας ρίψη τον λί­θον επ’ αυτήν”. Ποιος μπορούσε να πει “είμαι αναμάρτητος!”, και εάν κανένας δεν ήταν αναμάρτητος, άρα όλοι ήταν ένοχοι και κάτω από την ίδια καταδίκη, διότι “ο μισθός της αμαρτίας είναι ο θάνατος”.

Εδώ λοιπόν δημιουργήθηκε μια περί­εργη σκηνή: κατηγορούμενη και κατήγο­ροι, καθι­σμέ­νοι στο ίδιο εδώλιο. Τώρα όλοι είναι ένοχοι κα­κών πράξεων, όλοι αναγνωρισμένοι αμαρ­τω­λοί. Η καταδικα­στική απόφαση τροποποιεί­ται. Όχι πλέον “μια τοιαύτη πρέπει να λιθοβο­ληθεί” αλλά “όλοι πρέπει να λιθοβοληθούν”. Σκέφτη­κες ποτέ αυτό αναγνώστη; Ότι εσύ και όλος ο κόσμος, είστε ένοχοι ενώπιον του Θεού; Πολύ πιθανόν να είσαι πεπεισμέ­νος ότι δεν έχεις μια τόσο κακή φύση, ίσως βρεις άλλους πολύ χει­ρότερους από εσένα, αλλά μπορείς να πεις ότι είσαι χω­ρίς αμαρτία; Αν όχι, τότε ποια είναι η ετυ­μηγορία του Θεού για σένα; Ο θάνα­τος! Δη­λαδή η αιώνια τιμωρία και απομά­κρυνση από το πρόσωπό Του, είναι η από­φαση του θείου δικαστηρίου.

Αλλά εάν ήταν ο Θεός μόνο Δίκαιος, δεν θα υπήρχε ελπίδα σωτηρίας για το αν­θρώπινο γένος. Είναι όμως και Θεός Σω­τήρας. Η μόνη ερώτηση που απομένει είναι: μπορεί να συγ­χωρέσει και να σώσει; “Και ο Ιησούς έμεινε μό­νος και η γυνή εν τω  μέσω”. Αυτή στεκόταν ενώπιον Εκεί­νου που είχε το δικαίωμα να της ρίξει το λίθο, γιατί ήταν ο μόνος αναμάρτητος. Ο νόμος την καταδίκασε, θα εκτελούσε ο Ιη­σούς την απόφαση; Τι στιγμή έντονης αγωνίας γι’ αυτή την γυναίκα! Ο άνθρω­πος δεν τόλμησε να την τιμωρήσει! Τι θα πράξει τώρα ο Θεός; “Ούτε εγώ σε κατα­δικάζω, ύπαγε και μη αμαρ­τάνης πλέον”. Αυτή η ευλογημένη αγγελία της χάριτος στον δυστυχισμένο αμαρτωλό, βγήκε από τα χείλια του Ίδιου του Κριτή, και απευ­θύνθηκε, όμως μόνο στην αμαρτωλή γυ­ναίκα, η οποία συντριμμένη ενώπιόν Του, είχε ανα­γνωρίσει την αμαρτωλή της ζωή και περίμενε την τιμωρία. Οι “ευθείς” Φα­ρισαίοι δεν άκουσαν αυτά τα λόγια γιατί ελεγχόμενοι από την συνεί­δησή τους, έφυγαν, χωρίς να ομολογήσουν τις αμαρ­τίες τους, ζητώντας να τις σκεπάσουν με τα εξωτερικά και τυπικά “καλά έργα” που συνή­θιζαν. Δεν δέχτηκαν να υποβι­βαστούν στο ίδιο χαμηλό ηθικό επίπεδο με την αμαρτωλή γυ­ναίκα, και φυσικά δεν έλαβαν και την συγ­χώ­ρηση. Το ίδιο συμ­βαίνει και σήμερα. Αν επι­θυμείς την τέλεια και πλήρη συγχώρηση από το Θεό, η πρώτη σου πράξη είναι να πάρεις την θέση του ένοχου αμαρτωλού, και να βρε­θείς μόνος, ενώπιον του Προσώπου που έχει την εξουσία να καταδικάσει και να συγχωρήσει. Ας είναι η ενοχή σου ο λόγος της συναντήσεώς σου μ’ Αυτόν.

Παρατηρήστε ότι ο Κύριος δεν έδωσε σ’ αυ­τήν συγχώρηση υπό όρους. Δεν της είπε: “ούτε εγώ θα σε καταδικάσω, εάν δεν θα αμαρτήσεις στο μέλλον!”. Αλλά της πρόσφερε δύο πολύ­τιμα και ανεκτίμητα πράγματα. Την πλήρη συγ­χώρηση. Και την δύναμη ν’ αποφεύγει την αμαρτία στη νέα ζωή της. Για ν’ αποκτήσεις δύναμη και να νικάς την αμαρτία, πρέπει πρώτα να μάθεις ότι οι αμαρτίες σου συγ­χωρή­θηκαν από το Θεό, διά της πίστεως στον Ιησού. Όμως αν επιχειρήσεις να εξου­σιάσεις το κακό, προτού βεβαιωθείς για τη σω­τηρία σου τότε δεν θ’ αποκτή­σεις ούτε το ένα ούτε το άλλο. Κανένας δεν μπορεί να παρου­σιαστεί ενώπιον του Θεού Πατέρα, αν δεν έχει πρώτα καθαρι­στεί από τις αμαρτίες του, και ενδυθεί το λαμπρό και λευκό ένδυμα της δικαι­οσύνης του Χριστού. “Διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμε υπέρ ημών αμαρτίαν διά να γίνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι’ αυτού” (Β΄ Κορινθ. ε΄ 21).

Η ελάχιστη αμαρτία μας χωρίζει από το Θεό, αλλά “αυτός τας αμαρτίας ημών εβά­στασε, και τας θλίψεις ημών επεφορ­τίσθη . . . η τιμωρία, ήτις έφερε την ειρή­νην ημών, ήτο επ’ αυτόν· και διά των πληγών αυτού ημείς ιάθη­μεν” (Ησαΐας νγ΄, 4, 5). Ο νόμος φανέρωσε το χρέος που οφείλουμε στο Θεό για τις αμαρτίες μας, ο Χριστός ήρθε και το πλήρωσε· αυτό εί­ναι χά­ρις. Η αμαρτία είναι τόσο απεχθής στα μάτια του Θεού, ώστε χρειάστηκε να χυθεί το αίμα του αγαπητού Του Υιού, το οποίο μας κα­θαρί­ζει από κάθε αμαρτία. Όσο καλύτερα βλέ­πεις και αναγνωρίζεις την αμαρτωλή ζωή σου, τόσο περισσότερο θα εκτιμήσεις αυτό το πολύ­τιμο αίμα.

Από τη στιγμή που θα πιστέψεις στο έργο του Χριστού, αυτά τα λόγια: “ούτε εγώ σε κατα­δικάζω” απευθύνονται προς εσένα, είσαι σω­σμένος. Το Άγιο Πνεύμα, το οποίο λαμβάνεις ως σφραγίδα της δι­καιώσεως, σου δίνει τη δύ­ναμη να μην αμαρτάνεις και να μην λυπείς την καρδιά Εκείνου ο οποίος θυσίασε τον Αγαπητό του Υιό για σένα.

Αγαπητέ αναγνώστη, άνοιξε την Αγία σου Γραφή και διάβασε τις παρακάτω πε­ρικοπές. Σ’ αυτές θα δεις και πάλι την ανάγκη της ψυχής σου, την ανικανότητά σου να σωθείς με τα δικά σου έργα και την έτοιμη σωτηρία που σου προσφέρει Εκείνος που πήρε τη δική σου θέση στο σταυρό:

“Εν αμαρτία με εγέννησεν η μήτηρ μου” (Ψαλμ. να΄ 5).

“Ο λογισμός της καρδίας του ανθρώπου είναι κακός εκ νηπιότητος αυτού” (Γεν. η΄ 21). “Και πάσα η δικαιοσύνη ημών είναι ως ρυπα­ρόν ιμάτιον” (Ησ. ξδ΄ 6).

“Ο Θεός όμως πλούσιος ών εις έλεος, διά την πολλήν αγάπην αυτού με την οποίαν ηγά­πησεν ημάς και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρ­τήματα εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού.

“Διότι κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι διά της πίστεως και τούτο δεν είναι από σάς· Θεού το δώρον· ουχί εξ έργων . . . (Εφεσ. β΄ 3-5, 8-9).

“Δεν υπάρχει δίκαιος ουδέ είς . . . πά­ντες εξέκλιναν, ομού εξηχρειώθησαν: Δεν υπάρχει ο πράττων αγαθόν . . . Πάντες ήμαρτον, και υστερούνται της δόξης του Θεού. Δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού, διά της απολυ­τρώσεως της εν Χριστώ Ιησού, τον οποίον ο Θεός προέ­θετο μέσον εξιλεώσεως διά της πί­στεως, εν τω αίματι αυτού” (Ρωμ. γ΄ 10-12, 23-25).

“Εξεύρομεν ότι δεν δικαιούται ο άνθρω­πος εξ έργων νόμου, ειμή διά πίστεως Ιησού Χρι­στού . . . διότι δεν θέλει δικαιω­θεί εξ έργων νό­μου ουδείς άνθρωπος . . . διότι αν η δικαίωσις γί­νηται διά του νόμου, άρα ο Χριστός εις μάτην απέθανε . . . Ο Υιός του Θεού με ηγάπησε και παρέδωκε εαυτόν υπέρ εμού” (Γαλάτας β΄ 16, 20, 21).

Τι θα πράξεις αγαπητέ αναγνώστη; Θα έρ­θεις στον Ιησού για να λάβεις την συγ­χώρηση, την ειρήνη, τη χαρά, τη δύναμη για μια νέα αγία ζωή, ή θα μείνεις αδιάφο­ρος, όπως οι Φαρι­σαίοι, εγκαταλείποντας τον μόνο Σωτήρα, την στιγμή που έχεις ανάγκη της απόλυτης βοή­θειάς Του! Άφησε λοιπόν τους δικούς σου τρό­πους επούλωσης του κακού και δέξου τον Ιη­σού ως προσωπικό σου Σωτήρα.

“Διότι πώς θέλομεν εκφύγει εάν αμελή­σω­μεν μία τόσον μεγάλη σωτηρίαν!”

Εκδόσεις Χριστιανών Αδελφών

Γραβιάς 9-13 Αθήνα 106 78

Τηλ. 210/3821381-210/4621581

Οι εκδόσεις μας δεν έχουν καμία σχέση με αι­ρέσεις και διάφορες οργανώσεις. Είναι καθαρά Χριστιανικές