Σκιές της Εκκλησίας - Ρεβέκκα

Michael Hardt

Εισαγωγικά σχόλια

Σημειώσεις εδαφίων

Η κλήση της και η δόξα Του

H ουράνια κεφαλή, ή: μια “βασική προϋπόθεση”

Μια πρόθυμη απάντηση

πλήρως εξοπλισμένος, ή η δύναμη της έλξης

προσευχή, εξάρτηση και χάρις

“η Ρεβέκκα εξήλθε”

έμεινε θαυμάζων . . .

. . . και προσεκύνησε

Εδάφια 28-49

“Μή με κρατείτε”

“Υπάγω”

το ταξίδι και η συνάντηση

η υπομονή του Χριστού

η συνάντηση

Συμπέρασμα

Γιατί άλλο ένα άρθρο σ’ αυτό το πολύ γνωστό κεφάλαιο; Το κεφάλαιο 24 της Γένεσης είναι ένα κεφάλαιο για το οποίο πολλοί έχουν γράψει πολλά. Είναι τόσες πολλές και επωφελείς οι μελέτες για τη Ρεβέκκα που κάποιος θα δυσκολευόταν να τολμήσει να προσθέσει άλλη μια πάνω σ’ αυτό το άρθρο, όμως δύο λόγοι μ’ ενθάρρυναν να το κάνω. Πρώτα απ όλα, μια σφαιρική θεώρηση των τύπων της Παλαιάς Διαθήκης που μας παρουσιάζονται σαν σκιές της Εκκλησίας δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν αυτός ο ιδιαίτερος τύπος (αναμφίβολα ο πιο ολοκληρωμένος) παρελειπόταν. Δεύτερον, μια σύντομη και εύκολη στην ανάγνωση περίληψη χαρακτηριστικών θεμάτων μπορεί να βοηθήσει κάποιον που δεν είχε την ευκαιρία μέχρι τώρα να εξετάσει τις πολλές και λεπτομερείς μελέτες.

Εισαγωγικά σχόλια

Η εξιστόρηση της κλήσης της Ρεβέκκας για ν’ αφήσει την οικογένειά της και τη χώρα της και να γίνει γυναίκα του υιού του Αβραάμ, του Ισαάκ, διευκρινίζει έναν αριθμό χαρακτηριστικών της εκκλησίας τα οποία δεν εξετάστηκαν από τους άλλους τύπους. Τα κυριότερα είναι:

1ον το κάλεσμα της νύμφης έξω από το ειδωλολατρικό περιβάλλον, για να ταξιδεύσει και να συναντήσει τον απώντα νυμφίο·

2ον το περιβάλλον των τριών Θείων Προσώπων τα οποία βεβαιώνουν τη νύμφη παραχωρώντας της την πιο μεγαλοπρεπή θέση: τις βουλές του Πατρός (βλέπε εδ. 1-9), την αποστολή και δραστηριότητα του Πνεύματος (βλέπε εδ. 10-61), και την αγάπη του Υιού για την Εκκλησία (βλέπε εδ. 62-67)·

3ον την έμφαση που δίνεται στο έργο της νύμφης: πώς φτάνει στο σημείο να εγκαταλείψει τα πάντα για να πάει να συναντήσει εκείνον που δεν είχε δεί ποτέ·

4ον τον χαρακτήρα του Χριστού ως την ουράνια Κεφαλή·

5ον έναν αριθμό από θαυμάσιες λεπτομέρειες (τα δώρα που δίδονται στην Εκκλησία που σκιαγραφούνται στα δώρα που δέχεται η Ρεβέκκα).

Για να δεί κάποιος ολόκληρη την ομορφιά της εικόνας που παρουσιάζεται στην Γένεση κεφ. 24 πρέπει να προσέξει ολόκληρο το πανόραμα των κεφαλαίων 22 έως 25:7:

> Το Γένεσις 22 μας δείχνει πώς ο Ισαάκ, εικονικά, έφτασε μέχρι το θάνατο. Ηδη σημειώσαμε στη μελέτη του Αδάμ και της Εύας (Isha) ότι ο Αδάμ έπρεπε να πέσει σε “βαθύ ύπνο” προτού παρουσιαστεί σ’ αυτόν η Εύα. Παρόμοια, ο Ισαάκ πρέπει να προσφερθεί στο όρος Μοριά προτού μια νύμφη καλεστεί σ’ αυτόν. Η κλήση της Ρεβέκκας σκιαγραφεί επιπλέον ότι δεν θα ήταν δυνατόν να κληθεί η Εκκλησία εκτός αν δεν ελάμβανε χώρα ο θάνατος του Χριστού. Το μεσότοιχο του φραγμού, που χώριζε τους Ιουδαίους από τα υπόλοιπα έθνη, έπρεπε αρχικά να συντριβεί κι έτσι Ιουδαίοι και Εθνικοί, να σχηματίσουν έναν νέο άνθρωπο. Ομως αυτό μπορούσε να κατορθωθεί μονάχα με τον σταυρό: “και να συνδιαλλάξη αμφοτέρους εις έν σώμα προς τον Θεόν διά του σταυρού” (Εφεσ. 2:16).

> Στη συνέχεια στο κεφάλαιο 23, μαθαίνουμε ότι η Σάρα πέθανε. Φυσικά ήταν η μητέρα του παιδιού της υπόσχεσης, του Ισαάκ. Γι’ αυτό λοιπόν εικονίζει τον λαό Ισραήλ γιατί ο Χριστός, “κατά σάρκα”, γεννήθηκε εκ του Ισραήλ (Ρωμαίους 9:5). Ετσι λοιπόν ο θάνατος της Σάρας μας δίνει ένα στοιχείο όσον αφορά το σημείο του καιρού όπου η Εκκλησία θα σχηματιζόταν και θα καλείτο έξω ονομαστικά όταν ο Ισραήλ θα παραμεριζόταν. Η Καινή Διαθήκη μας το βεβαιώνει αυτό. Μόνο ας σκεφτούμε το σχηματισμό της Εκκλησίας σε σχέση με το Πράξεις 2 και την άρνηση του Ισραήλ να μετανοήσει στο Πράξεις 3 (βλέπε επίσης Πράξεις 7 για την τελική άρνηση του Ισραήλ).

> Στο κεφάλαιο 24 καλείται η νύμφη για τον υιό.

> Το κεφάλαιο 25 βεβαιώνει (στα εδ. 1-6) την μοναδική θέση του υιού ως του μόνου και μοναδικού κληρονόμου όλων των πραγμάτων. Στα υπόλοιπα παιδιά του Αβραάμ δίνονται δώρα και στέλνονται μακριά στη γή της ανατολής, σκιαγραφόντας ευλογίες της χιλιετίας.

Σημειώσεις εδαφίων

Εδάφιο 3: Μια στέρεη βάση

Υπήρχε μια στέρεη βάση στην κλήση της Ρεβέκκας: αυτή βασίστηκε σ’ έναν όρκο μεταξύ του Αβραάμ και του μεγαλύτερου υπηρέτη του οίκου του (εδώ δεν ονομάστηκε αλλά πιστεύεται γενικά ότι πρόκειται για τον Ελιέζερ της Δαμασκού, βλέπε 15:2). Το κάλεσμα της εκκλησίας βασίζεται στην αιώνια βουλή του Θεού (Εφεσ. 1:3, 4, Ρωμ. 8:20, 30) και πραγματοποιήθηκε από το Αγιο Πνεύμα (Πράξεις 2, 1 Κορινθ. 12:13). Οπως ακριβώς η Ρεβέκκα δεν γνώριζε τίποτα σχετικά μ’ αυτό το σχέδιο, έτσι και η βουλή του Θεού σε σχέση με την Εκκλησία χρονολογείται πίσω σ’ έναν καιρό όπου η Εκκλησία δεν είχε συναίσθηση αυτού του γεγονότος, πολύ πριν συσταθεί.

Εδάφιο 4: Η κλήση της και η δόξα Του

Η εντυπωσιακή έκφραση “θέλεις υπάγει . . . και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιό μου” εικονογραφεί ένα σημείο που είναι θαυμάσιο και την ίδια ώρα βασικό: η βουλή του Θεού όσον φορά την Εκκλησία δεν μπορεί να χωριστεί απ’ την επιθυμία του Θεού για να τιμήσει τον Υιό Του. Μας υπενθυμίζει “κάποιον βασιλιά που έκανε γάμο στον υιό του” (Ματθ. 22:2). Παρά την άρνηση των εργατών στον αμπελώνα για να τιμήσουν τον υιό, ο Βασιλιάς επιβεβαίωσε ότι Αυτός θα ετιμάτο.

Ενα δεύτερο σημείο για να σημειώσουμε σ’ αυτό το εδάφιο είναι η καταλληλότητα της συζύγου: μια γυναίκα από τις κόρες των Χαναναίων (εδ. 3) δεν θα ήταν αποδεκτή. Ο Αβραάμ τονίζει ότι θα έπρεπε να είναι από τη “συγγένειά του”. Δεδομένου ότι η Ασενέθ, μια ειδωλολάτρισα γυναίκα που δόθηκε στον Ιωσήφ, εικονογραφεί το γεγονός ότι άνδρες και γυναίκες από τα Εθνη βρέθηκαν στην Εκκλησία, η γυναίκα του Ισαάκ έπρεπε να είναι από τη συγγένειά του. Μόνο αυτοί στους οποίους ο Θεός έκανε ένα θείο έργο, που παράγει πίστη στον Χριστό, μπορούν να γίνουν μέρος της Εκκλησίας. Ο Ιδιος ο Κύριος Ιησούς είπε, “μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που ακούνε το λόγο του Θεού και τον πράττουν” (Λουκά 8:21). Διά της χάριτος του Θεού γίναμε ηθικά κατάλληλοι, για την “συγγένειά του”.

Εδάφια 5-7: η ουράνια κεφαλή, ή: μια “βασική προϋπόθεση”

Η κατάσταση σχετικά με τη γυναίκα του Ισαάκ που θά’ πρεπε να είναι – από την ίδια συγγένεια – δημιουργούσε μια επιπλέον δυσκολία. Αναφέροντας ότι ο Αβραάμ ζούσε γύρω στα 400 μίλια μακριά από το υπόλοιπο της οικογένειάς του (ίσως περισσότερο από το χρόνο που απαιτείται σήμερα από το Λονδίνο μέχρι τη Νέα Ζηλανδία) υπήρχε μια μεγάλη πιθανότητα ακόμα κι αν η ίδια συναινούσε στην πρόταση του γάμου, να μην επιθυμούσε ν’ αφήσει τη χώρα της για να ενωθεί με τον Ισαάκ. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε ο Ισαάκ να πάει να ζήσει στη χώρα της; Η απάντηση του Αβραάμ είναι καθοριστική. Ηταν αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα, μια “βασική προϋπόθεση” που σημαίνει ότι η γυναίκα του Ισαάκ θα έπρεπε ν’ αφήσει με τη θέλησή της τα πάντα, την οικογένειά της, τους φίλους, τη χώρα, κ.α. για να είναι μαζί του. Είναι μια εντυπωσιακή εικονογράφηση της ανάγκης της Εκκλησίας ν’ αποξενωθεί από τον περίγυρό της με τη δική της θέληση. Δεν υπήρχαν προϋποθέσεις στις οποίες ο Ισαάκ θα μπορούσε να μετακινηθεί στη Μεσοποταμία για να ζήσει εκεί με τη γυναίκα του. Ενα πολύ γνωστό μάθημα, αλλά πόσο πολύ το έχουμε μάθει; Η απάντηση είναι πολύ μικρή είτε κοιτάξουμε στην ιστορία της Εκκλησίας (η Εκκλησία χάνει το χαρακτήρα του ξένου στην περίοδο της Πέργαμου, Αποκ. 2:12-17), είτε στην μοντέρνα πολύπλευρη προσπάθεια για να συνδεθεί το όνομα του Χριστού με τα επίγεια ή τις κοσμικές πρωτοβουλίες. Αυτά ξεκινούν με τον “Χριστιανικό Σοσιαλισμό” και τα “Χριστιανικά” πολιτικά κόμματα, και δεν υπάρχει τέλος σ’ όλ’ αυτά.

Η Κεφαλή του σώματος είναι ουράνια. Ο Χριστός, ο αναστημένος Ανθρωπος είναι ο ουράνιος Ανθρωπος, έτσι η Εκκλησία θα πρέπει να είναι ξένη και ταυτισμένη μαζί Του. Αυτό δεν εικονογραφείται μόνο από το γεγονός ότι ο Ισαάκ δεν έπρεπε να επιστρέψει στην Μεσοποταμία, αλλά τονίζεται ξεκάθαρα στην Καινή Διαθήκη (1 Κορινθ. 15:48). Αυτοί που συνθέτουν την Εκκλησία είναι ευλογημένοι με κάθε πνευματική ευλογία εν τοις επουρανίοις (Εφεσ. 1:3), καθισμένοι σε ουράνιες θέσεις (Εφεσ. 2:6), και δίνουν μια μάχη, όχι εναντίον σε σάρκα και αίμα, αλλά εναντίον στις αρχές και τις εξουσίες του σκότους εν τοις επουρανίοις (Εφεσ. 6:12). Ακόμα κι όταν η Εκκλησία παρουσιάζεται σαν τη “νέα Ιερουσαλήμ” ή την “άγια Ιερουσαλήμ” παρουσιάζεται σαν να έρχεται “από τον ουρανό” (Αποκ. 21:2, 10). Ο λόγος για όλ’ αυτά είναι απλός: η ένωση της Εκκλησίας με τον Χριστό απαιτεί και πρέπει να είναι αυτή ουράνια καθώς Αυτός είναι ουράνιος (Εφεσ. 5:25-32).

Ενα πρακτικό ερώτημα για τους Χριστιανούς λοιπόν σήμερα, είναι σε τί έκταση συνγχρονισμού και αρμονίας βρίσκεται η σκέψη τους σε σχέση με τις αιώνιες βουλές του Θεού; Μήπως βλέπουν σαν ρόλο τους τον Εκχριστιανισμό του κόσμου (φέρνοντας τον Ισαάκ πίσω στην Μεσοποταμία) ή μήπως ασκεί η ουράνια Κεφαλή τέτοια έλξη γι’ αυτούς που επιθυμούν να ζούν ως ξένοι και παρεπίδημοι για τον ουρανό; Η απαγόρευση του Αβραάμ καταγράφεται δύο φορές (εδάφια 6 και 8) για να τονίσει το βάρος της.

Εδάφιο 8: Μια πρόθυμη απάντηση

Μια γυναίκα χωρίς να έχει ελεύθερη βούληση δεν θα ήταν κατάλληλη: “εάν δέ η γυνή δεν θέλη να σοι ακολουθήση, τότε θέλεις είσθαι ελεύθερος από του όρκου μου τούτου”. Η Εκκλησία πρέπει να σημαδεύεται από τη χάρη, όχι από την υπακοή του νόμου ή άλλες απαιτήσεις, σε αντίθεση με το Ιουδαϊκό σύστημα. Αλλά ούτε και κάποια ομοιότητα με τα Εθνη που σημαδεύτηκαν από επιθυμίες και προσπάθειες να ικανοποιήσουν τις διαθέσεις τους. Προθυμία για να παραμερίσει όλ’ αυτά και ν’ ακολουθήσει ήταν αυτό που θα έβλεπε ο υπηρέτης. Η Εκκλησία σημαδεύτηκε από τη χάρη.

Εδάφιο 10: πλήρως εξοπλισμένος, ή η δύναμη της έλξης

Από το εδάφιο 10 και στη συνέχεια (μέχρι το εδ. 61) ο υπηρέτης είναι ο κύριος ενεργός χαρακτήρας. Εχοντας εξετάσει τις βουλές του Πατέρα στα πρώτα εννέα εδάφια, τώρα μαθαίνουμε, μέσω της συνηθισμένης διδασκαλίας, ότι στο Αγιο Πνεύμα ενεπιστεύθη η αποστολή να καλέσει την Εκκλησία έξω από αυτόν τον κόσμο για τον Χριστό. Η Εκκλησία σχηματίστηκε μέσω Αυτού (Πράξεις 2, 1 Κορινθ. 12:13) και Αυτό το Πνεύμα εργάζεται στη διάρκεια των χρόνων της Εκκλησίας (οικονομία) για να φτάσει τον αντικειμενικό του στόχο: να λάμψει, ενδυναμώσει, και ενθαρρύνει την αγάπη της για τον Χριστό. Με πόση ακρίβεια το κάνει αυτό;

Διαβάζουμε για τον υπηρέτη ότι “έλαβε από πάντων των αγαθών του κυρίου του”. Ηταν απόλυτα εφοδιασμένος για να πεί στην μελλοντική σύζυγο του Ισαάκ σχετικά μ’ αυτόν. Στην πρώτη αναφορά “πάντων των αγαθών του κυρίου του” αναφέρονται όλα όσα κατέχει ο Αβραάμ. Ωστόσο ο Αβραάμ είχε παραχωρήσει τα πάντα στον Ισαάκ, στον μόνο κληρονόμο, δεδομένου ότι τα άλλα του παιδιά αφού τους δόθηκαν δώρα μετά αναχώρησαν στη γή της ανατολής (24:36 και 25:5, 6). Ετσι λοιπόν, όλοι οι θησαυροί ανήκαν πραγματικά στον Ισαάκ. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Χριστό που μπορούσε να πεί, “Πάντα όσα έχει ο Πατήρ, εμού είναι” (Ιωαν. 16:15) και, “Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και πάντα έδωκε εις την χείρα αυτού” (Ιωαν. 3:35).

Ετσι εργάζεται το Πνεύμα: Μας φανερώνει τα πράγματα του Χριστού. Στο Ιωάννη 16:14 διαβάζουμε: “Εκείνος εκ του εμού θέλει λάβει, και αναγγείλει προς εσάς”. Εχει ειπωθεί ότι, “ο Θεός εργάζεται με τη δύναμη της έλξης”.

Η κάπως γενική έκφραση: “από πάντων των αγαθών”, μας υπενθυμίζει ότι το Πνεύμα ήρθε να μας διδάξει “πάντα” (Ιωαν. 14:26), να μας οδηγήσει “εις πάσαν την αλήθειαν” (Ιωαν. 16:13) και αναγγείλει “πάντα όσα έχει ο Πατήρ” (Ιωαν. 16:15).

Εδάφια 12-14: προσευχή, εξάρτηση και χάρις

Τα δύο πρώτα από αυτά τα χαρακτηριστικά (προσευχή και εξάρτηση) σημαδεύουν τον υπηρέτη· το τελευταίο (χάρις) σημαδεύει την Ρεβέκκα. Δεν επιθυμεί μόνο να δώσει στον υπηρέτη του Αβραάμ νερό για να ξεδιψάσει, αλλά προθυμοποιείται επίσης να φροντίσει και τις καμήλες του (που πρέπει να είναι ένα δύσκολο έργο προσφέροντας τέτοιες ποσότητες σ’ αυτά τα ζώα, ιδιαίτερα μετά από ένα τέτοιο μακρύ ταξίδι), αδιαπραγμάτευτα, και χωρίς κάποια τιμή. Αυτό είναι μια ακόμη ένδειξη για την Εκκλησία η οποία σημαδεύτηκε από τη χάρη. Η Ρεβέκκα παρουσιάζει τον ίδιο χαρακτήρα αργότερα όταν ο υπηρέτης ρωτάει για “κατάλυμα” και αυτή του προσφέρει “άχυρα και τροφή πολλή και τόπο προς κατάλυμα” (εδ. 25).

Αυτό που μπορεί να είναι λιγότερο ορατό σε κάποιους είναι ότι το πνεύμα της προσευχής και η εξάρτηση που σημάδεψαν τον υπηρέτη θά’ πρεπε να σημαδεύουν και την Εκκλησία. Δεν επιθυμούμε ν’ ανακατέψουμε τους διάφορους τύπους εφαρμόζοντας τα πάντα στην Εκκλησία. Ωστόσο, το Πνεύμα που κατοικεί στην Εκκλησία (1 Κορινθ. 3:16) επιθυμεί να σχηματίσει τη σκέψη Του σ’ αυτήν. Ο πολύ γνωστός μελετητής της Γραφής William Kelly σημειώνει ότι ένα πνεύμα ταυτίζεται με το πρόσωπο που αυτό κατοικεί (είτε είναι πνεύμα καλό είτε είναι κακό):

“Οντως, είναι μια πραγματικότητα αναφερόμενοι σ’ αυτούς που κατέχονται από δαιμονικά πνεύματα. Ετσι οι δύο δαιμονιζόμενοι στο Ματθαίου 8:29 έκραξαν, λέγοντας, “τί είναι μεταξύ ημών και σού, Ιησού Υιέ του Θεού; Ηλθες εδώ πρό καιρού να μας βασανίσης;” Ακόμα πιο ξεκάθαρη είναι η αφήγηση που μας δίδεται στο Μάρκου 5:2, που, όταν αυτός ρωτήθηκε τ’ όνομά του, η μεγαλύτερη από τις δύο απαντήσεις ήταν, “Λεγεών είναι το όνομά μου· διότι πολλοί είμεθα”. Οχι λιγότερο ξεκάθαρη εμφανίζεται στο Λουκά 8:28, 29 όπου ο δαιμονιζόμενος είπε, “δέομαί σου, μή με βασανίσης”· και ο ευαγγελιστής συνεχίζει: “Διότι προσέταξεν είς το πνεύμα το ακάθαρτον να εξέλθη από του ανθρώπου”. Συνεπώς βλέπουμε πόσο βαθύ και σωστό είναι, ότι ο Ελιέζερ είναι στην ιστορία, ένας τύπος της ενέργειας του Πνεύματος του Αγίου, που θά’ πρεπε ν’ αντιπροσωπεύει την Εκκλησία αλλά και τον Χριστιανό επίσης.

Ο Θεός δεν αποβλέπει σε μια Εκκλησία που θα κυριαρχήσει στον κόσμο, αλλά μάλλον για ένα πνεύμα προσευχής στην Εκκλησία, όπως εικονογραφείται στον Ελιέζερ.

Εδάφια 15 και 16: “η Ρεβέκκα εξήλθε”

Ο υπηρέτης δεν έπρεπε να περιμένει πολύ. Μόλις είχε τελειώσει την προσευχή του όταν ήρθε η Ρεβέκκα. Το εδ. 15 μας δείχνει ότι ήταν κόρη του Βαθουήλ που με τη σειρά του ήταν ανηψιός του Αβραάμ. Ετσι λοιπόν η Ρεβέκκα συναντούσε τις απαιτήσεις για να είναι εκ της συγγενείας του Αβραάμ (εδ. 4). Αυτή επιπλέον περιγράφεται σαν “πολύ όμορφη στην όψη” ένα σχόλιο που θα υπενθυμίσει στον αναγνώστη την ομορφιά που βρίσκει η Εκκλησία στα μάτια του Χριστού (Ματθ. 13:45, 46).

Το γεγονός ότι ήταν παρθένος μας φέρνει στη σκέψη τα λόγια του Παύλου: “Διότι είμαι ζηλότυπος προς εσάς κατά ζηλοτυπίαν Θεού· επειδή σας ηραβώνισα με ένα άνδρα, διά να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν” (2 Κορινθ. 11:2). Η κατ’ όνομα Εκκλησία απέχει πολύ από αυτή την κατάσταση της καρδιάς όπου η αγάπη φυλάγεται για τον Χριστό και οι απαγορευμένες ενώσεις αποφεύγονται. Στο τέλος θα εκφυλιστεί τόσο, που θα είναι το εντελώς αντίθετο από αυτή την αγνή παρθένο. Ο Ιωάννης πρέπει να περιγράψει την κατ’ όνομα Εκκλησία που θα παραμείνει στη γή μετά την Αρπαγή ως την “μεγάλη πόρνη” (Αποκ. 17:15, 16), που ο Θεός θα κρίνει (Αποκ. 9:2). Ομως η αληθινή Εκκλησία θα παρουσιαστεί στον Χριστό, δοξασμένη (Εφεσ. 5:27). Στην αιωνιότητα, θα φαίνεται ετοιμασμένη “σαν νύμφη κεκοσμημένη διά τον άνδρα αυτής” (Αποκ. 21:2).

Εδάφια 17-22: έμεινε θαυμάζων . . .

Τα εδάφια 17-22 μας δείχνουν πώς η προσευχή του υπηρέτη απαντήθηκε κατά γράμμα. Η Ρεβέκκα παρουσίασε μια εντελώς ασυνήθιστη προθυμία που με δυσκολία θα μπορούσε να συμβεί κατά τύχη. Μάλιστα “βιάστηκε” και έχοντας δώσει στον υπηρέτη να πιεί, λέει, “και διά τας καμήλους σου θέλω αντλήσει, εωσού πίωσι πάσαι”.

Παρατηρώντας αυτό ο υπηρέτης έμεινε “θαυμάζων”. Οσο μπορώ να συλλογιστώ, δεν βρίσκεται η σκέψη στο ότι η στάση του “θαυμασμού” αντανακλά άσχημα στον υπηρέτη, αλλά, σαν τύπος, η Εκκλησία είναι θαυμάσια και ένα πολύ μεγάλο αντικείμενο θαυμασμού. Ακόμα και ο Κύριος Ιησούς εθαύμασε όταν θεώρησε την πίστη ενός Εθνικού (Λουκά 7:9). Και ποιός δεν θα θαύμαζε τον τρόπο που το Πνεύμα εργάστηκε σχηματίζοντας την Εκκλησία και παράγοντας ευσεβή χαρακτηριστικά ανάμεσα στα πλήθη που πίστευσαν (Πραξ. 2-4);

Το εδ. 22 αφηγείται πώς δέχτηκε η Ρεβέκκα τα δώρα, ονομάζοντας χρυσά ενώτια και χρυσά βραχιόλια. Αυτά τα πρώτα δώρα, σύμβολα της χάρης, ακολούθησαν από κάποια άλλα αργότερα (εδ. 53). Κάποιοι πρότειναν ότι τα πρώτα δώρα στο εδ. 22 αναφέρονται στην απολύτρωση που δεχόμαστε εν Χριστώ (Εφεσ. 1:7) ενώ αυτά του εδ. 53 είναι μια εικονογράφηση της αλήθειας ότι ο Χριστός έδωσε χαρίσματα στους ανθρώπους (Εφεσ. 4:8). Τα δεύτερα έρχονται μόνο την ώρα που η Ρεβέκκα καθιερώνεται στα νέα της προνόμια ενωμένη με τον Ισαάκ, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Χριστό “που ανελήφθη” και “έδωσε” τα χαρίσματα για την οικοδομή της Εκκλησίας (Εφεσ. 4:8-16). Ομως μέσω των πρώτων δώρων (ενώτια και βραχιόλια) η Ρεβέκκα ξεκάθαρα σημαδεύτηκε και διακρίθηκε απ’ όλα τα άλλα. Οπως ειπώθηκε: “Τα χέρια και το πρόσωπο φέρουν μαρτυρία για το έργο της χάρης”.

Εδάφια 23-27: . . . και προσεκύνησε

Ο υπηρέτης ρωτάει την Ρεβέκκα δύο πράγματα: ποιά ήταν αυτή, και αν υπήρχε τόπος γι’ αυτόν στον οίκο του πατέρα της. Το Πνεύμα του Θεού δεν είναι αδιάκριτο και δεν επιβάλλει Εκείνον πάνω σε κάποιον άνθρωπο αλλά ρωτάει αν υπάρχει “τόπος”. Εχουμε εμείς “τόπο” για Εκείνον ή μήπως Τον “λυπούμε” (Εφεσ. 4:30);

Εχοντας ακούσει την απάντηση της Ρεβέκκας (εδ. 24, 25) δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο Θεός όντως είχε στείλει τον άγγελό Του για να προετοιμάσει τον δρόμο (εδ. 7), και να οδηγήσει τον Ελιέζερ στην αληθινή οδό (εδ. 48). Η άμεση απόκρισή του είναι η λατρεία. Φέρνοντας στη σκέψη μας προηγούμενα σχόλια (στα εδ. 12-14) που εξηγούν γιατί τα χαρακτηριστικά του Πνεύματος θά’ πρεπε να σημαδεύουν την Εκκλησία, είναι εύκολο να εξετάσουμε το σημείο: λατρεία είναι το χαρακτηριστικό του Χριστιανισμού (Ιωάννη 4:24). Το γεγονός της λατρείας αναφέρεται και πάλι στο εδάφιο 48 (και συνεπώς ήταν ένα απ’ τα ενδεικτικά πράγματα που είχαν συμβεί). Επιπλέον, άπαξ και ο αδελφός της Ρεβέκκας ο Λάβαν και ο πατέρας της Βαθουήλ έδωσαν τη συγκατάθεσή τους, διαβάζουμε και πάλι: “ότε ήκουσεν ο δούλος του Αβραάμ τους λόγους αυτών, προσεκύνησεν έως εδάφους τον Κύριον” (εδ. 52).

Ακούμε ότι σε κάποια μέρη, ευκαιρίες για ελεύθερη συλλογική λατρεία έχει αντικατασταθεί από κάθε λογής έργο κ.α. Εξακολουθούμε να λατρεύουμε στην προσωπική όσο και στη συλλογική μας ζωή; Δεν είναι θέμα συναισθήματος ακριβώς, αλλά μια στάση της καρδιάς κάποιου που κατακλύζεται μ’ αυτό που έκανε ο Θεός, και μόνο με αυτό που ο Θεός είναι, κάποιος μπορεί να “προσκυνάει” και να λατρεύει.

Εδάφια 28-49

Αυτό το απόσπασμα, που εκθέτει κυρίως τον τρόπο που εξηγεί ο υπηρέτης την κατάσταση στην οικογένεια της Ρεβέκκας, διευκρινίζει έναν αριθμό από επιπλέον χαρακτηριστικά του Αγίου Πνεύματος και του έργου Του.

Αρχικά, βλέπουμε ότι ο υπηρέτης αρνείται να φάει. Είναι εκπληκτικό αν λάβουμε υπ’ όψιν το μακρύ ταξίδι που έκανε. Ομως επιτρέπει μονάχα το πλύσιμο των ποδιών και το ξεφόρτωμα με την περιποίηση των καμήλων (εδ. 32). “Και παρετέθη έμπροσθεν αυτού φαγητόν· αυτός όμως είπε, Δεν θέλω φάγει, εωσού λαλήσω τον λόγον μου” (εδ. 33). Ο υπηρέτης γνώριζε ποιά ήταν η αποστολή του, οι προτεραιότητές του ήταν ακριβείς, και δεν επέτρεψε στον εαυτό του να παρεκκλίνει απ’ την αποστολή του. Ισως κάποιες φορές έχουμε μια ασθενή εντύπωση για τις ανυποχώρητες προσπάθειες του Αγίου Πνεύματος ελκύοντας τα αισθήματά μας για τον Χριστό.

Και με πόση ακρίβεια το Πνεύμα πετυχαίνει αυτό που εξηγείται από την έκθεση του υπηρέτη. Μετά από μια σύντομη εισαγωγή έρχεται στο κέντρο του ζητήματος: ο υιός του Αβραάμ, ο κληρονόμος των πάντων: “και έδωκεν εις αυτόν πάντα όσα έχει” (εδ. 36). Μήπως ψάχνεις για μαρτυρίες στο έργο του Πνεύματος; Τότε αυτό που θα πρέπει να δείς είναι αν οι καρδιές είναι απασχολημένες με τον Χριστό. Μήπως προσπαθείς ν’ αποθαρρύνεις τους πιστούς στην κοσμικότητα και να ενθαρρύνεις την αφοσίωσή τους στα ουράνια πράγματα; Και πάλι, η απασχόληση με τον Χριστό είναι η απάντηση.

Εδάφια 50-56: “Μή με κρατείτε”

Μόνο όταν δέχτηκε μια πλήρη συγκατάθεση, μετά το προσκύνημά του και πάλι, και μετά τα δώρα που δόθηκαν, είναι έτοιμος ο υπηρέτης να φάει και να μείνει τη νύχτα, αλλά για μια μόνο νύχτα (εδ. 54). Πόσοι από εμάς θα ταξίδευαν για αρκετές ημέρες με σκοπό να μείνουν κάπου για μια νύχτα μόνο; Δικαιολογημένα, από μια φυσική αντίληψη, ο αδελφός και η μητέρα της Ρεβέκκας ζητούν απ’ τον υπηρέτη να παρατείνει την παραμονή του (και της Ρεβέκκας) για δέκα περίπου ημέρες (εδ. 55). Ομως σ’ αυτή την πρόταση ο Ελιέζερ αρνείται κατηγορηματικά λέγοντας “μή με κρατείτε” (εδ. 56).

Για την Εκκλησία, υπάρχουν πάντα χίλιοι παράγοντες να την κρατούν στην πορεία της (και το Πνεύμα να την τραβάει). Φυσικοί δεσμοί μπορεί να δημιουργήσουν τις πιο ισχυρές επιρροές. Εν τούτοις, το Πνεύμα γνωρίζει την αποστολή Του και δεν αναπαύεται μέχρι να φτάσει το σκοπό Του και η Νύμφη μείνει εντελώς ανεπηρέαστη απ’ το προηγούμενο περιβάλλον της. Ποιοί είναι οι παράγοντες στη δική μας ζωή για τους οποίους το Πνεύμα πρέπει να πεί “μή με κρατείτε”;

Εδάφια 57-60: “Υπάγω”

Η απόφαση πρέπει να έρθει από τα χείλη της Ρεβέκκας. Κατά κάποιο τρόπο, εδώ φτάνουμε στο αποκορύφωμα ολόκληρης της ιστορίας. Είδαμε την βουλή του Πατέρα, την αποστολή του Πνεύματος και την φροντίδα με την ακούραστη εκτέλεση του έργου. Το κάλεσμα για να εξέλθει είναι μονοσήμαντο (αυτή έπρεπε να έρθει και ο Ισαάκ δεν θά’ πρεπε να πάει). Ποιά θα είναι η απάντηση;

Στην περίπτωση της Ρεβέκκας ήταν πράγματι ξεκάθαρη: “Υπάγω” (εδ. 58). Αυτό είναι που κοιτάζει το Πνεύμα στις καρδιές αυτών που σχηματίζουν την Εκκλησία: ώστε ν’ αποφασίζουν με τη θέλησή τους και συνειδητά ότι η σύνδεσή τους με τον αληθινό Κληρονόμο και Υιό, την ουράνια Κεφαλή, είναι άξια σ’ αυτούς περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο.

Η αγάπη της Ρεβέκκας για τον απώντα νυμφίο αποφάσισε για το θέμα. Ελαβε μια απόφαση πίστης: αν η έκθεση σχετικά με τον Ισαάκ, σχετικά με το μέλλον της και με τον υψηλό προορισμό ήταν αληθινή, τότε τίποτα δεν θα την κρατούσε εκεί που βρισκόταν. Πώς μπορεί να συγκριθεί η προηγούμενη απασχόλησή της φροντίζοντας το ποίμνιο του Λάβαν σε σχέση με τη θέση της συζύγου του υιού που ήταν ο κληρονόμος των πάντων;

Η προσδοκία της συνάντησής μας με τον Κύριο θα έχει μια άμεση και ισχυρή επιρροή στη ζωή μας. Αυτή η ελπίδα, και μόνο αυτή, θα μας αποσυνδέει από κάθε τί που θα μας κρατάει πίσω· θα μας αναγκάζει να ζούμε και να υπηρετούμε τον Κύριο (1 Θεσσαλ. 1:10), και θα μας καθιστά ικανούς να καθαρίζουμε τους εαυτούς μας από κάθε ακαθαρσία (1 Ιωαν. 3:3). Οπως έχει ειπωθεί: “Είναι άλλο πράγμα να μιλάς για τις ιδιαίτερες δόξες της Εκκλησίας, και εντελώς διαφορετικό να επηρεάζεσαι πρακτικά από αυτές τις δόξες”.

Εδάφια 61-67: το ταξίδι και η συνάντηση

Το εδάφιο 61 μας χαρίζει μια θαυμάσια εικόνα της παρούσης κατάστασης της Εκκλησίας. Η Ρεβέκκα σηκώθηκε και “ακολούθησε τον άνθρωπο”. Ετσι και η Εκκλησία βρίσκεται σ’ ένα ταξίδι, σε μια έρημο που δεν θα βρεί τίποτα ενδιαφέρον προς αυτήν. Οδηγία σ’ αυτό το ταξίδι δίδεται από το Πνεύμα του Θεού (όχι, φυσικά, εναντίον, ή και χωρίς τον γραπτό Λόγο του Θεού). Οπως η Ρεβέκκα, έτσι και η Εκκλησία δεν έχει δεί καθόλου Αυτόν για τον Οποίον ταξιδεύει με σκοπό να συναντήσει, αλλά ακολουθεί το Πνεύμα διά πίστεως. Οσο είναι απασχολημένη στο ταξίδι της με τον Κύριο Ιησού, το ταξίδι δεν θα είναι δύσκολο· διαφορετικά θα είναι ανυπόφορο. Επιστρέφοντας στην Μεσοποταμία δεν ήταν ένα δικαίωμα επιλογής της Ρεβέκκας. Γυρίζοντας πίσω θα σήμαινε την εγκατάλειψη του Ισαάκ.

Εδάφια 62, 63: η υπομονή του Χριστού

Αλλά η Ρεβέκκα δεν είναι η μόνη που περιμένει προσδοκώντας. Είναι και ο Ισαάκ που “εξήλθε να προσευχηθεί στην πεδιάδα το εσπέρας· και υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού ήρχοντο κάμηλοι”. Η Εκκλησία μπορεί να είναι ασταθής στην προσδοκία της – κι έτσι μπορεί να είσαι εσύ και εγώ – αλλά ο αληθινός Ισαάκ “προσεύχεται, περιμένοντας, και υψώνοντας τους οφθαλμούς του”. Ενα εδάφιο σαν αυτό μας θυμίζει την επιθυμία του Παύλου που εκφράζεται στην 2 Θεσσαλον. 3:5: “Ο δέ Κύριος είθε να κατευθύνη τας καρδίας σας . . . στην προσδοκίαν του Χριστού”. Ο Χριστός περιμένει, με υπομονή, για να δεχτεί αυτούς που είναι δικοί Του και να είναι μαζί Του: “Πάτερ, εκείνους τους οποίους μοί έδωκας, θέλω, όπου είμαι εγώ, να είναι και εκείνοι μετ’ εμού· διά να θεωρώσι την δόξα μου” (Ιωαν. 17:24).

Γιατί αναφέρεται εδώ ότι ο Ισαάκ μόλις επέστρεψε απ’ το πηγάδι “Λαχαί-Ροί”; Αυτό το πηγάδι είναι γνωστό στους μελετητές της Γραφής από την Γένεση 16:13, 14 όπου μαθαίνουμε γιατί του δόθηκε αυτό το όνομα. Η Αγαρ απόκτησε την πείρα του Θεού σαν το Θεό που “βλέπει” γιατί είδε Αυτόν που την είδε. Ακόμα κι αν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της Εκκλησίας ο Χριστός δεν μεσολαβεί, η βεβαιότητα είναι ότι “βλέπει” και έχει επίγνωση κάθε δυσκολίας μας στο δρόμο. Το ενδιαφέρον Του επίσης για κάθε λεπτομέρεια στο ταξίδι μπορεί να φανεί στο εδάφιο 66 όπου μαθαίνουμε ότι ο υπηρέτης είπε στον Ισαάκ “πάντα όσα είχε πράξει” (αν και στον Χριστό, φυσικά δεν υπάρχει ανάγκη να Του “ειπωθούν”).

Ισως αυτό είναι που κάνει το ταξίδι να φαίνεται σύντομο. Από κάθε θεώρηση, δεν αναφέρεται καμιά διάρκεια, ημέρες ή νύχτες. Εφυγαν “το πρωί” (εδ. 54), και ο Ισαάκ τους είδε να φτάνουν “περί το εσπέρας” (εδ. 63).

Εδάφια 64-67: η συνάντηση

Δεν “ύψωσε τους οφθαλμούς του” μόνο ο Ισαάκ (εδ. 63), αλλά και η Ρεβέκκα επίσης (εδ. 64). Και όταν το έκανε “είδε τον Ισαάκ”, εκείνον που ποθούσε να συναντήσει και για τον οποίο υπήκουσε στην κλήση και έκανε το ταξίδι. Αυτή είναι η ελπίδα της Εκκλησίας, να δεί τον Κύριο Ιησού πρόσωπο προς πρόσωπο: “Διότι θέλομεν ιδεί αυτόν καθώς είναι” (1 Ιωαν. 3:2). Αυτή η ελπίδα αντιστοιχεί σ’ αυτό που πιστεύω ότι είναι η υψηλότερη ευλογία αυτών στην άγια πόλη, Ιερουσαλήμ: “και οι δούλοι αυτού θέλουσι λατρεύσει αυτόν. Και θέλουσιν ιδεί το πρόσωπον αυτού” (Αποκ. 22:4). Η Ρεβέκκα βλέπει τον Ισαάκ και γνωρίζει ότι το ταξίδι τελείωσε. Από την καμήλα που βρίσκεται γεμίζει ενθουσιασμό και σκεπάζεται με την καλύπτρα, φανερώνοντας ότι η ομορφιά της φυλάγεται για εκείνον.

Το τελευταίο εδάφιο μας λέει ότι ο Ισαάκ την οδήγησε στην σκηνή της μητέρας του Σάρας, και ότι έγινε γυναίκα του και την αγάπησε. Αυτή είναι η δεύτερη αναφορά της αγάπης στη Γραφή, αφού η πρώτη είναι στο 22:2 όπου η αγάπη του Αβραάμ για τον υιό του μας μιλάει για την αγάπη του Πατέρα προς το Μονογενή του Υιό. Εδώ, έχουμε μια εικόνα της αγάπης του Χριστού για την Εκκλησία (Εφεσ. 5:25). Μέσω της Ρεβέκκας, ο Ισαάκ παρηγορήθηκε μετά το θάνατο της μητέρας του. Οπως σημειώθηκε στην εισαγωγή, η Σάρα εικονίζει τον λαό Ισραήλ που τίθεται κατά μέρος προς στιγμήν. Ομως στο μεσοδιάστημα καλείται η Εκκλησία, και ο Χριστός βρίσκει χαρά, ανακούφιση και ικανοποίηση σ’ Αυτήν (Ματθ. 13:45, 46, Ησαίας 53:11, Εβρ. 12:2).

Συμπέρασμα

Η αφήγηση της κλήσης της Ρεβέκκας είναι ο πιο πλήρης και ολοκληρωμένος τύπος του Χριστού και της Εκκλησίας στην Παλαιά Διαθήκη, δείχνοντας μια αφθονία από θαυμάσιες λεπτομέρειες καθώς και ενδιαφέρουσες προκλήσεις για κάθε Χριστιανό.

Μεταφρ. Λ. Παπαντωνάκης